Το γύρο του κόσμου έκαναν οι εικόνες από την επίσκεψη του Εξολοθρευτή 3, δηλαδή του Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ, που πήγε να εμψυχώσει τα αμερικανικά στρατεύματα στο Ιράκ.

Ο ηθοποιός με τους θηριώδεις μυς και το αμφίβολο ταλέντο έχει εκδηλώσει την πρόθεσή του να θέσει υποψηφιότητα για κυβερνήτης της Καλιφόρνια με το κόμμα των Ρεπουμπλικάνων. Την περασμένη εβδομάδα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Guardian ένα ενδιαφέρον άρθρο του Ροντ Λιντλ, με τίτλο «Γιατί η Δεξιά δεν τα καταφέρνει στην υποκριτική και η Αριστερά στη συγγραφή». Οι περισσότεροι αμερικανοί ηθοποιοί που υποστηρίζουν τους Ρεπουμπλικάνους, παρατηρεί ο Λιντλ, είναι και κακοί ηθοποιοί. Ως κλασικά δείγματαατα αναφέρει τον Τσάρλτον Ίστον («ένας από τους χειρότερους εν ζωή ηθοποιούς»), που τυγχάνει και πρόεδρος της φρικαλέας Εθνικής Ένωσης Οπλοκατοχής, τον «Μονοδιάστατο» Τζον Γουέιν, την Ντέμι Μουρ με το «παγερό πρόσωπο», τον ανεγκέφαλο Σιλβέστερ Σταλόνε και το κερασάκι στην τούρτα, τον Ρόναλντ Ρίγκαν. Στις εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα συγκαταλέγονται ο Τζον Μάλκοβιτς και ίσως ο Κλιντ Ίστγουντ.
         Αν πάμε στους αριστερούς του Χόλιγουντ, συνεχίζει ο Λιντλ, δεν θα ξέρουμε από πού να αρχίσουμε. «Ίσως από τους υπέροχους Μπαρτ Λάνκαστερ, Ρόμπερτ Μίτσαμ, Κατρίν Χέπμπουρν και Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Συνεχίζουμε με τον Γούντι Άλεν, τον Μελ Μπρουκς, τον Μοντγκόμερι Κλιφ, τον Γκρέγκορι Πεκ, τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ, τον Γουόρεν Μπίτι, τον Πολ Νιούμαν, τον Μάρτιν Σιν, τη Σίρλεϊ Μακ Λέιν, την Τζέιν και τον Πίτερ Φόντα, την Τζέσικα Λανγκ...»
         Ίσως η προοδευτική τοποθέτηση όλων αυτών των καλλιτεχνών να σχετίζεται με τον ίδιο τον συλλογικό χαρακτήρα της υποκριτικής τέχνης και την ανάγκη προσωρινής, έστω, υποταγής του εγώ στο σύνολο, παρατηρεί ο Λιντλ. Πράγματι, ένας καλός ηθοποιός πρέπει να έχει τις κεραίες του τεντωμένες, να παίζει όχι σαν να ήταν μόνος στη σκηνή ή στο πλατό, αλλά να συντονίζεται με τους συναδέλφους του, να πιάνει τον παλμό τους.
         Μέχρι εδώ συμφωνούμε. Στη χώρα μας πολλοί κορυφαίοι ηθοποιοί του θεάτρου και του κινηματογράφου (π.χ., ο Καρούσος, ο Κατράκης, ο Καζάκος) συμπορεύτηκαν με την Αριστερά και αρκετοί πλήρωσαν ακριβά αυτή την επιλογή τους. Στη συνέχεια, ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι στη λογοτεχνία συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. «Το γράψιμο είναι μια έντονα ατομικιστική ενασχόληση», τονίζει, γι’ αυτό και «τα πιο λαμπρά κείμενα του περασμένου αιώνα προέρχονταν από τη δεξιά και μερικές φορές την άκρα δεξιά». Σαν παραδείγματα που παραθέτει συμπεριλαμβάνονται ο Τ. Σ. Έλιοτ, ο Έζρα Πάουντ, ο Σελίν, ο Κνουτ Χάμσουν, ο Ζαν Κοκτώ. Αντίθετα, οι «προοδευτικοί» ποιητές και πεζογράφοι του 20ού αιώνα (Τζακ Λόντον, Σίνκλερ Λούις, Μιχαήλ Σολόχοφ, Νερούδα και Μαγιακόφσκι) σήμερα απλώς δεν διαβάζονται –πάντα κατά τον Λιντλ. Η εκτίμηση αυτή, ιδίως το δεύτερο σκέλος της, θα βρει αντίθετους όχι μόνο τους αναγνώστες του Πριν, αλλά και πολλούς μη αριστερούς συμπατριώτες μας. Και αν αναζητήσουμε το ελληνικό ισοδύναμο, δεν θα δυσκολευτούμε να παραδεχτούμε ότι ο Κοσμάς Πολίτης, ο Στρατής Τσίρκας, ο Δημήτρης Χατζής, ο Γιάννης Ρίτσος δεν είναι παρωχημένοι, αλλά εκπροσωπούν τις πιο φωτεινές στιγμές της ελληνικής ποίησης και πεζογραφίας. Η ιδιότητα του «αριστερού καλλιτέχνη» δεν είναι δοτή, ισόβια και κληρονομική. Έχει σχέση με τις ιστορικές παραδόσεις της Αριστεράς, αλλά πάνω από όλα με τον δύσκολο εσωτερικό κι εξωτερικό αγώνα των ίδιων των δημιουργών. Ασφαλώς, κάθε αριτερός καλλιτέχνης δεν είναι και μεγάλος, όμως στη μεγάλη εποχή μας δεν είναι δυνατόν ένας μεγάλος καλλιτέχνης να μην αντιστέκεται στη βαρβαρότητα, στην καταπίεση και στην εκμετάλλευση.

(ΠΡΙΝ, 13/7/2003)

0 Responses to "Αριστερά και καλλιτέχνες"

Δημοσίευση σχολίου