11:45 μ.μ.
Η πλατεία
Θεάτρου ήταν το θέμα του «Παρασκήνιου» (ΝΕΤ) την προηγούμενη εβδομάδα: οι
δρόμοι, τα κτίρια, οι άνθρωποι, η ιστορία της και, το πιο ενδιαφέρον, οι
μεταμορφώσεις της στο χρόνο.
Στην καρδιά της Αθήνας, λοιπόν. Εκεί όπου, όσο κρατά
το φως της μέρας, δεν μπορούμε να περπατήσουμε σε ευθεία γραμμή, αλλά
ακολουθούμε μια τεθλασμένη διαδρομή ανάμεσα σε μηχανάκια, σκουπίδια,
εμπορεύματα και εμπορευόμενους, διαβάτες με πλαστικές σακούλες στο χέρι. Και
ξένοι, πολλοί ξένοι από τη Νιγηρία, το ιρακινό Κουρδιστάν, το Πακιστάν, την
Ινδία, την Κίνα. «Αν δεν ήταν εδώ το ΙΚΑ, δεν θα βλέπαμε Έλληνα στη γειτονιά
μας», λέει ένας «παλιός».
Τη νύχτα
όλα αλλάζουν. Τα σιδερένια ρολά κατεβαίνουν και ανεβαίνει ο αφρός της
νοσταλγίας, της αναζήτησης της συσκευασμένης αυθεντικότητας. Κάποτε εδώ ήταν το
κέντρο του χονδρεμπορίου. Από εδώ προμηθεύονταν λάδι, όσπρια, ζάχαρη οι
μπακάληδες των συνοικιών της Αθήνας. Ήταν η εποχή του «χύμα», της σέσουλας,
όμως σήμεα η αυθεντικότητα τεμαχίζεται, πωλείται και αγοράζεται. «Η πλατεία
Θεάτρου μεταλλάσσεται σε καλοκάγαθο κέντρο που προσφέρει ποτά και διασκέδαση.
Σιγά-σιγά συρρικνώνεται το δυναμικό που λέγεται βιοτεχνία και εργαζόμενος
άνθρωπος, παρατηρεί ένας άλλος παλιός.
Η κάμερα
επισκέπτεται ένα βαρελοποιείο. Ο τεχνίτης, μάλλον αλβανικής καταγωγής, εξηγεί
ότι σήμερα οι σανίδες έρχονται έτοιμες, λυγισμένες από το εργοστάσιο, ενώ παλιά
τις διαμόρφωναν με το χέρι. «Πρέπει να ‘σαι καλλιτέχνης για να το πετύχεις. Εγώ
δεν θα το ‘κανα τόσο καλά». Ένας ηλικιωμένος κύριος, ίσως ο δάσκαλος, εξηγεί
πως ο «Κύριος-δεν-θα-το-΄κανα» είναι ο τελευταίος των τελευταίων. «Δεν θα το
ξαναμάθει άλλος αυτό το επάγγελμα. Δεν βρίσκεις μάστορα 40 ετών και κάτω...»
Παραδοσιακά
μαγέρικα, νεοπαραδοσιακοί θαμώνες, εξωτικές γεύσεις. Ένα κινέζικο πολυκατάστημα,
μια πολυώροφη αυλή των θαυμάτων. Το εμπόρευμα (παπούτσια, παχνίδια, τεχνητά
άνθη) σε χαρτοκιβώτια. Δεν υπάρχουν ράφια. «Εuro China» λέει μια
επιγραφή. ΜΙα πολύχρωμη πολυπολιτισμική αυλή –όχι των θαυμάτων, αλλά μιας
ξέφρενης μάχης για επιβίωση. Μια αυλή που παλεύει να ανασάνει, με χιλιάδες
εθελοντικά ξεριζωμένους ανθρώπους που προσπαθούν να ζήσουν στην αγκαλιά του
λιανικού εμπορίου πουλώντας τα πάντα. Μετά τον θάνατο του τεχνίτη, του μάστορα,
έρχεται η αβέβαιη άνοιξη του εμποράκου.
Όλα αυτά μπορεί να τα δει, να τα ανακαλύψει ο καθένας.
Όμως συχνά το “Παρασκήνιο” καταφέρνει να προσδίδει βάθος στο τετριμμένο, να
βλέπει με σεβασμό και χωρίς επιδεικτική ευαισθησία τα πρόσωπα και τα πράγματα.
Υπήρχαν στιγμές που οι τηλεοπτικές εικόνες άγγιζαν το έργο τέχνης, υπήρχαν
πλάνα που “μιλούσαν”, όπως δεν μπορεί να μιλήσει κανείς με λέξεις: ο καφές που
φουσκώνει στο μπρίκι, η μάνικα του δήμου που ξεπλένει το βρώμικο πεζοδρόμιο, το
κλιμακοστάσιο μιας παλιάς πολυκατοικίας (σκηνοθεσία και έρευνα των Η. Δημητρίου
και Χ. Γεωργίου).
Το παραδοσιακό, το γραφικό καθεαυτό δεν έχει πια ψωμί.
Όμως ψωμί έχει η εμπορευματοποίηση του γραφικού, η μετατροπή του σε αξιοθέατο.
ΟΙ ρεμπέτες, οι μάγκες δεν υπάρχουν πια. Τώρα γράφεται η νεοπαραδοσιακή, η
μεταρεμπέτικη ιστορία.
(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, “Εικονογράφημα”, 16/5/03)
0 Responses to "Μεταρεμπέτικη ιστορία"
Δημοσίευση σχολίου