12:39 μ.μ.
«Αν δεν με πιστεύετε, ρωτήστε και τον μπάρμπα
μου τον ψεύτη». Ο επίλογος αυτός, που τον συναντάμε σε αρκετά λαϊκά παραμύθια,
θα ταίριαζε και στον υπουργό Πληροφοριών του Σαντάμ, τον Μοχάμεντ αλ Σαχάφ, ένα
από τα πιο πολυσυζητημένα πρόσωπα των ημερών.
Έξυπνο πρόσωπο, εκφραστικό. Ετοιμόλογος,
γεμάτος αυτοπεποίθηση, σαν Ανατολίτης έμπορος χαλιών. Μέχρι την τελευταία
στιγμή, μιλούσε σαν να είχε τη νίκη στο τσεπάκι του. Οι Αμερικανοί ελέγχουν το
αεροδρόμιο; «Οι Αμερικανοί δεν ελέγχουν ούτε τον εαυτό τους», απαντούσε. «Οι
Αμερικανοί άρχισαν να αυτοκτονούν». «Θα συντριβούν μπροστά στα τείχη της
Βαγδάτης». «Ο Τίγρης θα βαφτεί κόκκινος». Κι ενώ τα αμερικανικά τεθωρακισμένα
είχαν μπει στην ιρακινή πρωτεύουσα, εκείνος διακήρυττε: «Οι Αμερικανοί δεν
τολμούν να βγουν από τα τανκς τους». Εκεί που όλα είχαν χαθεί, αυτός ήταν
σχεδόν έτοιμος να δηλώσει ότι «η πραγματικότητα δεν υπάρχει»!
Αν και ο πολιτικός του ρόλος μπορεί να μην ήταν
πολύ σημαντικός, ο κύριος με τον μαύρο μπερέ ήταν η γέφυρα του καθεστώτος με
τον έξω κόσμο. Όσο εξωφρενικές και αν έμοιαζαν οι δηλώσεις του, δενμπόρουμε να
αρνηθούμε ότι τουλάχιστον είχε τόλμη, δεν λούφαξε σε κάποιο καταφύγιο, αφού η
τελευταία δημόσια εμφάνισή του ήταν λίγο μετά το χτύπημα κατά των δημοσιογράφων
στο ξενοδοχείο «Παλαιστίνη». Όσο για τα κίνητρά του (πατριωτισμός, το πάθος του
γραφειοκράτη για προβολή και εξουσία;), δεν τα γνωρίζουμε και ίσως να μην τα
γνωρίσουμε ποτέ. Και ας μην ξεχνάμε ότι τα ψέματα και οι λεονταρισμοί, που
ακούγονταν και από τα δύο στρατόπεδα, ήταν κομμάτι της δουλειάς του.
Όσο εικονικός και «χάρτινος» φαινόταν ο Σαντάμ,
τόσο ζωντανός έμοιαζε αυτός ο Ανατολίτης έμπορος χαλιών, που επιβεβαίωσε τους
δημοσιογράφους που προέβλεπαν ότι «θα παραμείνει μπροστά από τις κάμερες μέχρι
το τέλος του πολέμου». «Έγραφε τόσο πολύ στο γυαλί» που θα έλεγε κανείς ότι τον
είχε διαλέξει ένας ευφυής σκηνοθέτης, ώστε να καταστεί πιο «ευπώλητο» το
εμπόρευμα του πολέμου.
Ο πόλεμος όμως δεν είναι ριάλιτι. Τα ερείπια
δεν είναι σκηνικά, οι χαμένες ζωές δεν είναι ψηφιακά εφέ, οι δείκτες τηλεθέασης
δεν μπορουν να μετρήσουν τον πόνο των επιζώντων. Αρκετές ήταν οι εικόνες του
πολέμου που όχι απλώς αποτύπωναν τη φρίκη, αλλά ισοδυναμούσαν με εκμετάλλευση
της φρίκης. Το βλέμμα πάγωνε όταν αντικρίζαμε ένα ακρωτηριασμένο παιδικό σώμα.
Εξίσου πάγωνε και όταν βλέπαμε ανθρώπους ζωντανούς, αρτιμελείς αλλά
ταπεινωμένους, όπως ήταν οι Αμερικανοί αιχμάλωτοι που έτρεμαν από το φόβο
μπροστά στην κάμερα, όπως οι Ιρακινοί αιχμάλωτοι (είτε ξεγυμνωμένοι είτε με τη
χαρτοσακούλα στο κεφάλι) ή τα τρομαγμένα παιδιά. Ό,τι αναγκάζει τον άνθρωπο να
σκύβει, να σέρνεται, να εκλιπαρεί (για τη δουλειά του, για τη ζωή του, για ψωμί
και για νερό) είναι προσβολή για τον homo Erectus, μας στέλνει πίσω
στην εποχή των σπηλαίων.
Απο δεύτερο χέρι, από το γυαλί «εισπράξαμε» την
τραγωδία –όχι το μεγαλείο- και αυτού του πολέμου. Μια εμπειρία ανέξοδη για μας
τους άκαπνους, αλλά όχι αδιάφορη. Παρά τη σκηνοθεσία, το τηλεμάρκετινγκ του
πολέμου, η πραγματικότητα υπάρχει και μας αφορά, ακόμα και όταν η ταπείνωση του
ανθρώπου φαίνεται να συντελείται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά.
(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, “Εικονογράφημα”, 12/4/2003)

0 Responses to "O κύριος με τον μπερέ"
Δημοσίευση σχολίου