Η κουλτούρα της παγκοσμιοποίησης θριάμβευσε και στο φετινό φεστιβάλ τραγουδιού της Eurovision. ΄Ενας μαύρος από την Αρούμπα της Καραϊβικής, απόγονος σκλάβων και νυν κάτοικος ενός κράτους της Βαλτικής, σε συνεργασία με έναν Εσθονό μουσικό, τραγούδησαν σε άψογα αγγλικά και πήραν το πρώτο βραβείο.

Στο παγκόσμιο χωνευτήρι συμβάλαμε κι εμείς με δύο νέους Έλληνες της Σουηδίας, που εκπροσωπούν τη δεύτερη γενιά μεταναστών, καρυκεύοντας με ολίγον μπουζούκι ένα ποπ κομμάτι με αγγλοελληνικό στίχο, που μπορεί να ακουστεί άνετα σε οποιοδήποτε καφέ ή φαστφουντάδικο στο Παγκράτι, το Μπανγκλαντές ή τη Μοζαμβίκη από τους σύγχρονους κολασμένους της γης, που λαλούν την αγγλική γλώσσα, που μπορούν να διαλέξουν ανάμεσα σε Πάναφον, Τελεστέτ ή Κοσμοτέ και ακούν τη μουσική που υπόσχεται να τους διατηρήσει κολασμένους στον αιώνα τον άπαντα.

Λογική ήταν η παρατήρηση του Μίκη Θεοδωράκη ότι «όλα αυτά τα τραγούδια ακούγονται ίδια». Ο ένας εκ των συντελεστών της επιτυχίας των Αντίκ, που το τραγούδι τους πήρε το τρίτο βραβείο, έσπευσε να υπενθυμίσει στον σημαντικότερο Έλληνα συνθέτη των τελευταίων 40 χρόνων ότι «εμείς ζούμε στο 2001 και όχι στο 1800»!

Πράγματι, ο εμπορικός, ο πετυχημένος ήχος του 2001 είναι ένα ομοιόμορφο, μονότονο μπιτ που μπολιάζεται με εθνικά τσιρίδια και απαιτεί έντονη σκηνική παρουσία, δηλαδή λέιζερ, καπνούς, μπούτια, σκέρτσα και ποικίλα εφέ, που κρύβαν την ανυπαρξία μελωδίας και στίχου. Είναι ο ήχος της εργασιακής και πολιτικής υποταγής, της εκτόνωσης της παγκόσμιας οικονομικής φρίκης. Πλάι σε αυτόν τον βιομηχανικό ήχο του 2001, τον οποίο εκπροσωπούν επάξια ο Ρουβάς, η Βίσση, η Βανδή κ.ά., είναι φυσικό ο Μίκης Θεοδωράκης, όπως και ο Τσιτσάνης ή ο Σαββόπουλος, να φαντάζουν σαν μουσικοί δεινόσαυροι. Το τραγικό είναι ότι νέοι άνθρωποι εγκλωβίζομαι στη συνταγή της ευκολίας και της μίμησης, υποτάσσονται στους νόμους της αγοράς για να υπηρετήσουν έναν οπισθοδρομικό χάι-τεκ πολιτισμό, δίχως ίχνος αυθεντικότητας, λαϊκότητας, φαντασίας.

Ασφαλώς το δίλημμα δεν είναι ελληνικό ή αγγλικός στίχος. Η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη άγγιξε εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, όχι χάρη στον ελληνικό στίχο ή το μπουζούκι, αλλά επειδή είναι τέχνη και όχι εμπόρευμα προορισμένο να καταναλωθεί και να ξεχαστεί τάχιστα.

(ΠΡΙΝ, 20/5/2001)

0 Responses to "O ευτελής ήχος της παγκοσμιοποίησης (2001)"

Δημοσίευση σχολίου