«Η πιο λαμπερή βραδιά της ελληνικής μουσικής». Με τη φράση αυτή διαφημίστηκε η απονομή, για δέκατη χρονιά, των μουσικών βραβείων «Ποπ Κορν», που μεταδόθηκε προχθές ζωντανά από το Mega. Τη μερίδα του λέοντος απέσπασε η Άννα Βίσση ενώ, κατά περίεργη σύμπτωση, απουσίαζαν από τη γιορτή οι κυρίες Βανδή, Γαρμπή, Θεοδωρίδου, που τα τραγούδια τους συγκαταλέγοντας στην επικρατέστερη πεντάδα, αν και μερικά τσίμπησαν κάποια ήσσονα βραβεία. Πράγματι, το ρολόι έδειχνε πως ήταν βράδυ, λαμπερά ήταν τα λέιζερ, οι προβολείς, τα μπαλέτα και το ντιζάιν, ατσάλινοι οι κοιλιακοί των τραγουδιστών, ενώ οι παρουσιαστές (Μαρία Μπακοδήμου και Φώτης Σεργουλόπουλος) ήταν αρκούντως χαριτωμένοι και άλλαζαν με εντυπωσιακή ταχύτητα και συχνότητα αμφιέσεις. Και τα βραβεία «Ποπ Κορν» υπηρετούν τη μεγάλη αγορά της «προκάτ» μουσικής, της προκάτ ψυχαγωγίας, της τυποποιημένης, προβλέψιμης και ελεγχόμενης σκέψης και καταναλωτικής συμπεριφοράς.

Όπως υπάρχει η βιομηχανική τομάτα ή το κτηνοτροφικό τριφύλλι, έτσι υπάρχει και καταναλώνεται και το βιομηχανικό τραγούδι. Είναι το τραγούδι που ακόμα και αν το «λάιβ» άκουσμά του στοιχίζει κάπως ακριβά, εύκολα μπορεί κανείς να το εμπεδώσει μέσα από τις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές επαναλήψεις του, ίσως γιατί το ένα σουξέ μοιάζει εκπληκτικά με το άλλο. Είναι το τραγούδι που εκφράζει το δόγμα «σκέψου παγκόσμια, δράσε τοπικά»: γι’ αυτό και το «γελαδάρης λουκ» (καουμπόικο καπέλο, ημιξεσχισμένο τζιν, περίοπτος αφαλός), που λάνσαρε η Μαντόνα, υιοθετήθηκε με προθυμία από τους εγχώριους κλώνους της. Βραβείο καλύτερης σκηνικής παρουσίας απέσπασε ο κύριος Ρουβάς, με διάφανο μαύρο μπλουζάκι και δερμάτινη πεοκαλύπτρα πάνω από κολάν με σχέδια ζέβρας, ο οποίος αυτοχτυπήθηκε οργασμικά πάνω στη ράχη ενός πιάνου, περνώντας με άνεση από τους Μπιτλς στον γυφτοευρωπαϊκό ήχο.

Πάντως, οι λεγόμενοι «ακάλεστοι» της πρόσφατης πρωθυπουργικής δεξίωσης για τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών πήραν την εκδίκησή τους. Η κ. Βίσση και ο κ. Ρουβάς μπορεί να μην κλήθηκαν στου Μαξίμου, αλλά αρκετοί λαμπεροί  εκπρόσωποι της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης τους τίμησαν με την παρουσία τους στην εκδήλωση. Διά χειρός Ντόρας Μπακογιάννη και Άρη Σπηλιωτόπουλου απονεμήθηκαν τα βραβεία καλύτερης γυναικείας και ανδρικής ερμηνείας αντίστοιχα, ενώ πρώτο τραπέζι πίστα χαμογελούσε ο Κώστας Λαλιώτης, υλοποιώντας την προτροπή που διατύπωσε με την ευκαιρία των εγκαινίων τμήματος της Αττικής Οδού: «Να αρχίσουμε να χαμογελάμε ως Έλληνες». Τώρα πώς γίνεται να χαμογελά κανείς όταν οι άλλοι κραυγάζουν «υπο-φέ, υπό-φε, υποφέρω πολύ» ή «θα πεθάνω από αγαπή υπερ-βολική», αυτό μόνον η καρδιά ενός υπουργού το γνωρίζει. Είναι παρήγορο, όμως, το γεγονός ότι ενώ το αεροδρόμιο και τα μεγάλα έργα διχάζουν και πυροδοτούν βαρείς υπαινιγμούς, οι βιομηχανικός πολιτισμός, με τη γενναία αρωγή της τηλεόρασης, ενώνει, διαπλέκει, εξημερώνει.

Και το ενθουσιώδες νεανικό κοινό; Kαι οι πλατινένιοι δίσκοι;  Αυτά θέλει ο λαός, αυτά τα τραγούδια ψήφισε, αυτά επέλεξε. Πράγματι, όσο λιγότερο ορίζουμε τον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο μας, τόσο πληθαίνουν οι ευκαιρίες να ψηφίζουμε και να επιβραβεύουμε τον τραγουδιστή, τον πολιτικό, το σαμπουάν της αρεσκείας μας. Τόσο πιο συχνά καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα σε πέντε δέκα παραλλαγές του ίδιου ψέματος, του ίδιου υποπροϊόντος, γεγονός που προϋποθέτει τον αποκλεισμό κάθε αλήθειας, τη ματαίωση κάθε ανεξάρτητης επιλογής.

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, “Εικονογράφημα”, 22/3/01)

0 Responses to "«Ποπ Kορν» ή βαρβαρότητα;"

Δημοσίευση σχολίου