«Οι εταιρείες εφαρμόζουν τη δική τους εκδοχή του Survivor», δήλωνε τη Δευτέρα στους Νιου Γιορκ Τάιμς ο Ντέιβιντ Τόμας, καθηγητής στο Χάρβαρντ, επισημαίνονταςα μια ασυνήθιστη σύγκλιση των τηλεοπτικών και των επιχειρηματικών ηθών.



Αφορμή για την παραπάνω δήλωση στάθηκαν οι αγωγές που υποβλήθηκαν πρόσφαα κατά τριών μεγάλων επιχειρήσεων, που εφαρμόζουν συστήματα αξιολόγησης των εργαζομένων. Στην General Electric, π.χ., οι αξιολογητές ταξινόμησαν το «20% πάνω» και το «10% κάτω» των απλών υπαλλήλων και στελεχών. Στο «10% κάτω» συγκαταλέγονται οι επικρατέστεροι υποψήφιοι για απόλυση. Αντίστοιχη αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε και στη Microsoft, όπου το 10% των εργαζομένων βαθμολογήθηκε με Α, το 80% με Β και το τελευταίο (αλλά διόλου τυχερό) με Γ. Οι μηνυτές καταγγέλουν ότι τα κριτήρια αξιολόγησης είναι άδικα, αφού γενικά ευνοούνται οι άντρες σε βάρος των γυναικών, οι λευκοί σε βάρος των έγχρωμων και οι νέοι σε βάρος των πιο ηλικιωμένων.

Εκπρόσωποι των επιχειρήσεων εξηγούν ότι ζούμε σε έναν πολύ ανταγωνιστικό κόσμο και, επομένως, είναι φυσικό να επιβιώνουν οι πιο ικανοί.

Τόσο στον τηλεοπτικό «Big Brother», που από το φθινόπωρο αποκτά και ελληνική υπηκοότητα, όσο και στο συγγενικό σόου «Survivor» (τον Επιζήσαντα) και τις δεκάδες ανά τον κόσμο παραλλαγές τους, οι τηλεθεατές, μέσω του τηλεφώνου, ψηφίζουν, αξιολογούν, αποκλείουν, τον έναν μετά τον άλλον, τους παίκτες που δεν είναι της αρεσκείας τους. Έτσι, τελικά, επικρατεί, επιβιώνει, επιβραβεύεται ο πιο πολυμήχανος και δημοφιλής. Ο τηλεοπτικός δαρβινισμός λειτουργεί σαν πρόβα τζενεράλε του κοινωνικού δαρβινισμού και, ταυτόχρονα, μας εξοικειώνει με την ιδέα ότι είμαστε μετρήσιμοι, ανανεώσιμοι, αναλώσιμοι.

Άλλα πράγματα ονειρευόμαστε να σπουδάσουμε, σε άλλες σχολές (ή και εκτός σχολών) καταλήγουμε. Άλλα πράγματα σπουδάζουμε, από άλλα κερδίζουμε τον επιούσιο. Μπορεί να μην ξέρουμε τι τρώμε, τι πίνουμε, τι ανασαίνουμε, αλλά μας παρηγορεί η σκέψη πως με κάθε μας αγορά ανεβάζομε και κατεβάζουμε αυτοκρατορίες, με κάθε πάτημα του τηλεκοντρόλ εξορίζουμε ή εγκαθιστούμε εκπομπές στο πολυπόθητο «πράιμ τάιμ».

Οι σχέσεις μας με την πρακτική αριθμητική γίνονται όλο και πιο ακανθώδεις, αφού ακόμα και για ένα απλό άθροισμα καταφεύγουμε στο κομπιουτεράκι. Ωστόσο, οι αριθμοί, τα ποσοστά, οι δείκτες, τα μόρια παίξουν όλο και πιο σημαντικό ρόλο στη ζωή μας. Διαρκώς εκτιμούμε και αξιολογούμε όχ μόνο το πόσα κερδίζουμε (εμείς και οι γνωστοί μας), αλλά και τα τετραγωνικά των σπιτιών μας, τις θερμίδες και τη χοληστερίνη που παίρνουμε, τα δευτερόλεπτα που επιτρέπεται να εκτεθούμε στον ήλιο, τη χρονική διάρκεια των καθημερινών αναμένων και των διαδρομών μας, τα Ρίχτερ που θα μας πάρουν και θα μας σηκώσουν.

Πλάι στα γκάλοπ, τις εξετάσεις, τις εκθέσεις αξιολόγησης, η ίδια η τηλεόραση μας συμφιλιώνει με την ιδέα ότι στη ζωή δεν υπάρχουν μόνο τα φαβορί, τα «τοπ 10», τα «χιτς» και τα  μπεστ σέλερ. Υπάρχουν και τα «μπότομ 10», υπάρχει η δεκάδα του πάτου για την οποία είμαστε υποψήφιοι όλοι, υψηλόμισθοι και χαμηλόμισθοι, ειδικευμένοι και ανειδίκευτοι, καμπούρες και αριστούχοι. Δεν ζούμε μόνο σε τόπο, αλλά και σε χρόνο κεραυνοκράχτη, ενώ η επιβίωση δεν είναι η άλλη όψη του θανάτου, αλλά γίνεται το αντίθετο της ζωής.

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, «Εικονογράφημα», 23/3/01)

0 Responses to "Τηλε-δαρβινισμός"

Δημοσίευση σχολίου