Στις 10 Φεβρουαρίου 1999 συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από το πρώτο ανέβασμα του έργου Ο θάνατος του εμποράκου, το οποίο, κατά γενική ομολογία, χάραξε μια βαθιά διαχωριστική γραμμή. Μετά το Θάνατο του εμποράκου, που ανέβηκε σε σκηνοθεσία Ελία Καζάν, το αμερικανικό θέατρο δεν ήταν πια το ίδιο.
Στην πρεμιέρα του έργου, στο θέατρο Μορόσκο του Μπροντγουέι, μια γυναίκα ανάμεσα στους θεατές αντέδρασε έξαλλα, χαρακτηρίζοντάς το «βόμβα στα θεμέλια του αμερικανικού καπιταλισμού». Ο Άρθουρ Μίλερ παραδέχτηκε ότι ήλπιζε κι αυτός το έργο να είναι βόμβα, «αν όχι στα θεμέλια του καπιταλισμού μας γενικά, τουλάχιστον στα θεμέλια αυτής της ψευτοζώ που πίστευε πως άγγιζε τα σύννεφα, σκαρφαλωμένη πάνω σ’ ένα ηλεκτρικό ψυγείο».


 Ίσως κανένα άλλο από τα έργα της μεταπολεμικής δραματουργίας να μην έχει προκαλέσει τόσο ενδιαφέρον όσο ο Θάνατος του εμποράκου. Μάλισα στο Διαδίκτυου υπάρχει site (www.deathofasalesman.com) με κριτικές που έχουν δ ημοσιευτεί στον αμερικανικό Τύπο για τις παραστάσεις του 1949, του 1975, του 1984 και του 1999, καθώς και μια μακροσκελής συνέντευξη που έδωσε ο Άρθουρ Μίλερ το 1985. Εκτενείς αναφορές στο έργο περιλαμβάνονται και στην αυτοβιογραφία του Μίλερ με τίτλο Στη δίνη του χρόνου (Καστανιώτης, 1988).
            Λίγα χρόνια μετά την ένδοξη πρεμιέρα, στο κορύφωμα του μακαρθισμού, ο Ελία Καζάν συνεργάζεται με την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών (κοινώς καρφώνει). Το ίδιο κάνει και ο πρώτος θεατρικός Εμποράκος, ο «γίγας» Λι Κομπ («πολιτικά ήταν τόσο συνειδητοποιημένος όσο και τα παπούτσια μου», παρατηρεί ο Μίλερ). Ο ίδιος ο Μίλερ καταδικάστηκε για περιφρόνηση προς την περιβόητη Επιτροπή, επειδή αρνήθηκε να δώσει ονόματα. Και αυτό το ξεχασμένο «όχι» του Μίλερ (ανεξάρτητα από το πόσο εύκολο ή δύσκολο του ήταν να το πει) παραμένει η ύψιστη τιμητική διάκριση.
            Ο Θάνατος του εμποράκου δεν άλλαξε τον κόσμο, σημάδεψε όμως το παγκόσμιο θέατρο και επηρέασε, με ποικίλους τρόπους, τα εκατομμύρια θεατών σε όλο τον κόσμο που το είδαν. Ο Μίλερ δεν κρύβει ότι από πολύ νεαρή ηλικία πίστευε ότι «το μεγάλο θεατρικό έργο θέτει μεγάλα ερωτήματα, αλλιώς δεν είναι τίποτε άλλο παρά τεχνική. Δεν μπορώ να φανταστώ ένα θέατρο αντάξιο της εποχής μου που δεν θα ήθελε ν’ αλλάξει τον κόσμο».

O θάνατος του μανατζεράκου της εποχής μας

Μιλώντας για τους περιοδεύοντες πωλητές που είχε γνωρίσει πριν από τον πόλεμο, ο Μίλερ λέει ότι «οι άνθρωποι αυτοί ζούσαν σαν κάλλιεχνες, σαν ηθοποιοί που το έργο τους είναι πρώτα απ’ όλα ο εαυτός τους... Συχνά, έτσι για να συνεχιστεί το παιχνίδι, κάποιος απ’ αυτούς κατάφερνε ν’ ανεβεί ώς το φεγγάρι μ’ ένα νήμα από όνειρα, που το ξετυλίγει μέσα από τον ίδιο τον εαυτό του».
            Σήμερα, 50 χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα του Θανάτου του εμποράκου, οι εργαζόμενοι παραμένουν πωλητές του εαυτού τους ή, όπως συνηθίζεται να λέγεται, μάνατζερ της εργατικής τους δύναμης, διαχειριστές των ιδίων ανθρώπινων πόρων. Οι μεταπολεμικές βεβαιότητες της σταθερής απασχόλησης, των ήσυχων γερατειών έχουν τιναχτεί στον αέρα. Οι Γουίλι Λόμαν της εποχής μας δεν κουβαλάνε βαλίτσες με δείγματα, αλά ένα φορητό κομπιούτερ, ένα κινητό τηλέφωνο και δεν διανύουν ατέλειωτα χιλιόμετρα με μια Στούντμπεκερ ή μια παλιά Σέβι, αφού ο κόσμος όλος έχει γίνει ένα γραφείο χωρίς σύνορα. Όπως και τότε, το δείγμα είναι αυτοί.
            Ο Θάνατος του εμποράκου πρωτοεμφανίστηκε στα μέσα του αιώνα μας, όταν αναδυόταν η νέα Αμερικανική Αυτοκρατορία. Η Ευρώπη, τσακισμένη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο πέθαινε ή είχε πεθάνει, λέει ο Μίλερ. «Κι εγώ επιζητούσα ν’ αποθέσω μπροστά στους νέους αρχηγούς και τους τόσο αυτάρεσκους βασιλιάδες το πτώμα ενός πιστού τους».
            Σήμερα, στα τέλη του ίδιου αιώνα, η Αμερικανική Αυτοκρατορία κυβερνά ολόληρο τον πλανήτη χωρίς αντίπ αλο. ΄Ομως, αν τότε χρειάστηκε να παρέμβει συνειδητά ο Μίλερ και να αποθέσει το πτώμα ενός πιστού του Αμερικανικού Ονείρου μπροστά στους αγέρωχους αρχηγούς, σήμερα το πτώμα αυτό το αποθέτει η ίδια η ζωή. Ο εργαζόμενος της εποχής μας πεθαίνει 365 μέρες το χρόνο, με τρόπους περισσότερο ή λιγότερο θεαματικούς. Μάλιστα, το προσδόκιμο εργασιακής επιβίωσής του έχει κατεβεί πολύ πιο κάτω από τα 63 χρόνια του Γουίλι Λόμαν.
            Ο εμποράκος του τέλους του αιώνα δεν είναι ο περιοδεύων αντιπρόσωπος, αλλά ανήκει σε μια αρκετά ετερογενή πλειονότητα που περιλαμβάνει στελέχη επιχειρήσεων, ελεύθερους επαγγελματίες, επιστήμονες, καλλιτέχνες, δημοσιογράφους, καθηγητές. Ακόμα και τους κάθε λογής «προλετάριους» που έχουν σταθερή δουλειά και που οι μισθός τους συμπληρώνεται με το μισθό μιας εργαζόμενης συζύγους ή με μερικούς τενεκέδες λάδι απ’ το χωριό. Δεν είναι τυχαίο που υψηλόμισθοι πιλότοι της Ολυμπιακής κατεβαίνουν στο δρόμο μαζί με τις καθαρίστριες της εταιρείας. Δεν είναι τυχαίο που ένας 50χρονος καθηγητής της Ιατρικής έπαθε έμφραγμα μέσα στο Λαϊκό Νοσοκομείο την ώρα που καλούσε σε απεργία.
            Ο Αμερικανός πωλητής του ’30 και του ’40 σκοτωνόταν στη δουλειά, αλλά είχε αυτοκίνητο και ηλεκτρικές συσκευές της Τζένεραλ Μότορς, έστω και αγορασμένες με δόσεις. Παραδόξως, μοιάζει περισσότερο με τον Έλληνα ομόλογό του του τέλους παρά των μέσων του αιώνα.
            Ο εργαζόμενος της εποχής μας δεν μοιάζει μόνο με τον εμποράκο του Μίλερ, αλλά και με το αρνί του Πάσχα: δεν μπορεί να πουληθεί παρά ολόκληρος, μαζί με τη συκωταριά και τα εντόσθια και μόνο εφόσον είναι μιας ορισμένης ηλικίας κι έχει φτάσει σε ένα ορισμένο βάρος. Παρ’ όλο που το αίτημα για 35 ή και πολύ λιγότερες ώρες εργασίας την εβδομάδα είναι εξαιρετικά ρεαλιστικό, σχεδόν κανείς δεν δουλεύει οκτάωρο.
            Ο σύγχρονος εργαζόμενος είτε θα δουλεύει από το πρωί έως αργά το βράδυ είτε δεν θα δουλεύει καθόλου –και θα κουράζεται εξίσου. Κι όταν βρίσκει μια εργασία μερικής απασχόλησης, σύντομα αναγκάζεται να αναζητήσει και μια δεύτερη ή και Τρίτη. Οι «εργασίες μεσαίου εισοδήματος σαρώνονται», παρτηρεί ο Ρίφκιν στο Τέλος της εργασίας, τονίζοντας ότι οι πραγματικές αποδοχές των εργαζόμενων πτυχιούχων μειώθηκαν απόλυτα στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ταυτόχρονα, ένα νέο είδος έχει εμφανιστεί στο κοινωνικό τοπίο: ο άνεργος των προαστίων ή ο άνεργος του ρετιρέ ή ο άνεργος με το ιταλικό κοστούμι. Είναι τα στελέχη που έχουν χάσει τη δουλειά ατους και περνούν τη μέρα τους βωλοδέρνοντας σ’ ένα σπίτι πίσω από τραβηγμένες κουρτίνες.
            Στην Ελλάδα ζήσαμε και ζούμε τον αγώνα και την αγωνία των «αδιόριστων», των δεκάδων χιλιάδων πτυχιούχων που σπούδασαν με την προοπτική να διδάξουν και αντιλαμβάνονται ότι μια ζωή θα είναι άνεργοι ή, στην καλύτερη περίπτωση, «αναπληρωτές». «Πάντα αισθάνομαι πως είμαι προσωρινός», λέει ο Γουίλι Λόμαν. Προσωρινοί ή υπό προθεσμία αισθάνονται και οι «τυχεροί» που σήμερα έχουν δουλειά.
            Σήμερα ο εργαζόμενος, μισθωτός ή ημιελεύθερος επαγγελματίας, πετύχομενος ή μικρομεσαίος, καίγεται πολύ πιο γρήγορα, συχνά πολύ ξαφνικά και απροειδοποίητα. Το σύστημα πυρανίχνευσης δεν λειτουργεί πάντα και, όταν λειτουργεί, μας προκαλεί δυσφορία.
            Είναι αυτονόητο πως όταν χάνει κανείς τη δουλειά του, ιδίως μετά τα 40, χάνει τα πάντα, όμως η τραγωδία των σύγχρονων εμποράκων έγκειται στο ότι είναι ήδη χαμένοι, ακόμα και όταν έχουν σκαρφαλώσει πάνω στο καινούργιο τους ψυγείο ή στο καινούργιο τους αυτοκίνητο και ανεμίζουν θριαμβευτικά το «χαρτί της πληρωμής της υποθήκης» προς το φεγγάρι.
            Στο βωμό της επαγγελματικής επιτυχίας ή και της απλής επιβώσης, έχουν ήδη θυσιάσει τα πάντα: τα νιάτα, τον ελεύθερο χρόνο τους, τις σχέσεις τους, την ελευθερία τους. Και αν ο γιος τους δεν έχει κιόλας αρχίσει να τους περιφρονεί, τα πράγματα δείχνουν πως θα τους μισήσει ή θα τους περιφρονήσει ή θα τους «στήσει μπλόκο» αργότερα.
            Έχει ειπωθεί ότι αυτό που γλίτωσε τις Ηνωμένες Πολιτείες από την επανάσταση στα χρόνιας της Μεγάλης Ύφεσης ήταν η προθυμία των Αμερικανών να αποδώσουν στον εαυτό τους και όχι στο σύστημα την Κατράκηλα τους: «Ένα λεπτό στρώμα ενοχής βάρυνε τους ώμους των αποτυχημένων πατεράδων». Για πολλούς δεν ξανάρθε ποτέ η αξιοπρέπεια και η αυτοπεποίθηση. Αυτό που ακολούθησε ήταν μια «ατέλειωτη, θανατερή αίσθηση ζωής».
            Σήμερα όλο και λιγότεροι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να φορτωθούν οι ίδιοι το βάρος της «αποτυχίας» τους, ενώ όλο και περισσότεροι είναι πλέον σε θέση να αντιληφθούν ότι ο θάνατος του εμποράκου, του πωλητή, του μανατζεράκου μπορεί να σημάνει τη γέννηση, την απελευθέρωση του δημιουργού.


Τι πουλάει ο εμποράκος στις παραμονές του 2000;

Ο Θύμιος Καρακατσάνης
στο ρόλο του Γουίλι Λόμαν
Ας αρχίσουμε με κάτι αυτονόητο. Ο Θάνατος του εμποράκου είναι στην πραγματικότητα ο Θάνατος του πωλητή (salesman). Στην ελληνική μετάφραση ο περιοδεύων πωλητής ή ο “εμπορικός αντιπρόσωπος” μετατράπηκε σε “εμποράκο”, ίσως όχι μόνο για λόγους ευφωνίας, αλλά γιατί έτσι το έργο θα άγγιζε πιο εύκολα τη μικρομεσαία εμπορική συνείδηστη του έθνους μας. Ο κεντρικός ήρωας αυτού του αριστουργήματος του Άρθουρ Μίλερ, ο Γουίλι Λόμαν, είναι ένας πωλητής, πατέρας δύο παιδιών, που επί δεκαετίες περιόδευε τη Νέα Αγγλία με δύο βαριές βαλίτσες φορτωμένες δείγματα. Στα 63 του χρόνια χάνει τη δουλειά του και συνειδητοποιεί ότι έχει χάσει τα πάντα. Το έργο καταγράφει μια μέρα από τη ζωή του πωλητή, μια μέρα που τυχαίνει να είναι και η τελευταία.
            Ο τόπος και ο χρόνος στο έργο είναι συγκεκριμένοι. Αυτό που δεν αποκαλύπτεται είναι το τι πουλάει ο εμποράκος –μάλιστα, αρκετοί κριτικοί έχουν επικρίνει τον Μίλερ για απαράδεκτη αοριστία. Όμως ο Μίλερ έχει άπειρες φορές εξηγήσει ότι ο Γουίλι πουλάει τον εαυτό του. «Δεν έχει σημασία το τι κάνεις, Μπεν», εξηγεί στον αδελφό του. «Σημασία έχει το ποιους ξέρεις και το χαμόγελό σου: Οι γνωριμίες μετράνε, Μπεν, οι γνωριμίες! Αν σε συμπαθούν, θα κολυμπήσεις στα πλούτη!»
            Ένας Αμερικανός κριτικός έχει παρατηρήσει ότι αυτή ακριβώς η αντίληψη του κεντρικού ήρωα είναι η μεγάλη αυταπάτη του. Αντί ο Γουίλι να κοιτάξει τις μπίζνες του και να τις βελτιώσει, πιστεύει λανθασμένα ότι το καλύτερο προϊόν του είναι ο ίδιος ο εαυτός του. Και όταν ο ίδιος γίνεται ένα ζωντανό, αδιάθετο δείγμα, δεν έχει επιλογή από το να αυτοκτονήσει. Κι όμως, αυτή η «αυταπάτη» είναι η ου σία του έργου, όπως είναι και η ουσία της εποχής μας και κάθε εποχής, εφόσον ακόμα ζούμε στην προϊστορία της ανθρωπότητας.
            Από μια άποψη, ο Θάνατος του εμποράκου είναι το τέλος του Αμερικανικού Ονείρου. Ύστερα από χρόνια σκληρής δουλειάς, 10 και 12 ωρών την ημερα, ύστερα από μαραθώνιους οδήγησης, ο Γουίλι Λόμαν συνειδητοποιεί ότι έχει πατήσει τη λευκή διαχωριστική γραμμή στην άσφαλτο και οδηγεί στο αντίθετο ρεύμα, ότι δεν έχει τίποτα και δεν αξίζει τίποτα –ή, μάλλον, αντιλαμβάνεται ότι το μόνο που έχει είναι ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο και ότι ο ίδιος θα είναι πιο χρήσιμος στην οικογένειά του πεθαμένος παρά ζωντανός.
            Ο Θάνατος του εμποράκου κατέπληξε με τη φόρμα του, καθώς συμπυκνώνει τρία είδη χρόνου: τον κοινωνικό χρόνο, τον ψυχολογικό χρόνο, δηλαδή τον τρόπο που θυμόμαστε τη ζωή μας, και το χρόνο που δημιουργεί το ίδιο το έργο και τον οποίο αντιλαμβάνεται το κοινό. Και αυτό δεν είναι ένα απλό μορφολογικό τέχνασμα. Το 1958 ο ίδιος ο Μίλερ είχε πει πως το πραγματικά μεγάλο έργο είναι αυτό που δείχνει τη δύναμη της ανθρώπινης θέλησης, όπως υποτάσσεται στη δυναμική της κοινωνίας αλλά και όπως αντιστέκεται σ’ αυτή τη δυναμική. Όμως η μεγάλη συνεισφορά του Μίλερ έγκειται στο ότι τοποθέτησε την εργασία στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής. «Τα πρώτα θεατρικά έργα που είδα», λέει ο Μίλερ, «με άφησαν από την απορία από πού προέρχονται οι ήρωές τους. Οι άνθρωποι που εγώ γνώριζα, αγωνίζονταν με φανατισμό να επιβώσουν, ενώ πάνω στη σκηνή όλοι έδειχναν να έχουν, μ’ έναν μυστήριο τρόπο, εγγυημένα τα εισοδήματά τους».
            Το μεγάλο ζήτημα που διαπερνά το έργο είναι το περιεχόμενο και το νόημα της εργασίας. Βέβαια, ο Μίλερ δεν μιλά για υπεραξία, αλλοτρίωση, αξία χρήσης κ.λπ., γιατί τότε δεν θα έγραφε θεατρικό έργο αλλά κάτι άλλο. Ο Θάνατος του εμποράκου είναι ένα οικογενειακό δράμα, καθώς η συνοχή της οικογένειας έχει τιναχτεί στον αέρα και ο γερο-Γουίλι τρέμει μήπως χάσει την αγάπη του γιου του. Το 1949 ο Εμποράκος συγκίνησε βαθιά τους Αμερικανούς γιατί οι μνήμες της Μεγάλης Ύφεσης δεν είχαν εντελώς εξαφανιστεί. Το 1929 και η σκληρή δεκαετία του ’30 δεν ήταν πολύ μακρινά και πολλοί είδαν στο πρόσωπο του Γουίλι Λόμαν τον πατέρα τους ή κάποιο συγγενικό πρόσωπο. Σήμερα η Μεγάλη Κρίση είναι ακόμα μπροστά μας και πολλοί ψυχανεμίζονται  ή ξέρουν ότι αυτό που είδαμε δεν είναι τίποτα μπροστά σε ό,τι μέλει να δούμε. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που σήμερα πολλοί επιφανείς κριτικοί, αν και αναγνωρίζουν την ευφυϊα του Μίλερ, τον χαρκτηρίζουν ηθικολόγο ή δογματικό. Ο Εμποράκος, λένε, είναι διυλισμένος μαρξισμός ή εμπεριέχει στοιχεία προπαγάνδας. Άλλοι  πάλι ανακαλύπτουν όψιμα την κυρίαρχη ψυχολογική διάσταση του έργου, λες και ο Εμποράκος του ’49 ήταν ένα στεγνό τεφτέρι του μπακάλη!
            Ο Μίλερ έχει τονίσει πως το θεατρικό έργο, περισσότερο από κάθε άλλη μορφή τέχνης, δεν έχει ανεξαρτησία ως καλλιτεχνικό προϊόν: είναι ένα σύνολο σχέσεων. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν χαρακτήρες, λέει. Υπάρχουν σχέσεις. Σχέσεις του έργου με το κοινό και με την εποχή του. Και επιπλέον, «υπάρχει μια ριζοσπαστική πολιτική όχι μόνο της εκλογικής κάλπης αλλά και της ψυχής».
            Επί δεκαετίες εκατοντάδες χιλιάδες θεατές σε όλο τον κόσμο «συντονίζονταν» με τον Εμποράκο βάσει των εμπειριών τους από το παρελθόν. Σήμερα συντονιζόμαστε μαζί του βάσει των εμπειριών μας που έρχονται από το μέλλον.

(ΠΡΙΝ, 28/2/1999)

0 Responses to "O θάνατος του μανατζεράκου"

Δημοσίευση σχολίου