ή τα ψεύτικα τα δέντρα τα μεγάλα (περί του ψηλότερου χριστουγεννιάτικου δέντρου στην Ευρώπη)


Μια νέα πανευρωπαϊκή πρωτιά κατέκτησε πρόσφατα η πόλη της Αθήνας. Όχι μόνο στήσαμε στο Σύνταγμα το ψηλότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ευρώπης, αλλά το βάλαμε να πετάξει νέα κλαριά και να ψηλώσει κι άλλο. Μόλις εμφανίστηκε σε μια ελβετική πόλη ένα δέντρο ψηλότερο, εμείς σπεύσαμε να τοποθετήσουμε στην κορυφή του δικού μας ένα γυμνό παλούκι και να μετατοπίσουμε το άστρο μερικές δεκάδες εκατοστά ψηλότερα. Και αν κάποιοι πονηροί εταίροι προσπαθήσουν να μας κλέψουν την πανευρωπαϊκή πρωτιά, πάλι εμείς θα το «ακρομεγαλώσουμε», ψηλώνοντας τη γλάστρα ή το κοτσάνι. Ίσως το προϊόν του μόχθου μας να θυμίζει περισσότερο φωταγωγημένη καμηλοπάρδαλη και λιγότερο δέντρο, αλλά ας μην είμαστε φορμαλισταί. Αξίζει να θυσιάσει κανείς τη μορφή για να κρατήσει την ουσία, σε αντίθεση με τον κηπουρό που αναφέρει ο Μπρεχτ στις Ιστορίες του κυρίου Κόυνερ. (Εκείνος ο κηπουρός, όταν του ζητήθηκε να κλαδέψει ένα θάμνο σε σχήμα σφαίρας, πέτυχε με το κλαδευτήρι του την τέλεια σφαίρα αλλά απώλεσε το θάμνο, καθώς αυτός συρρικνώθηκε σε μέγεθος πόμολο πόρτας.)

Οι οβελίσκοι, τα μενίρ, οι στήλες, οι κάθε λογής πύργοι (από τους υδατόπυργους μέχρι τους πύργους των γοτθικών ναών) ανήκουν στην κατηγορία των αρχιτεκτονικών μνημείων που ασκούσαν ιδιαίτερη γοητεία στον άνθρωπο και συχνά φορτίζονταν με συμβολικό νόημα. Άλλοτε λειτουργούν σαν μεταφυσικές «γέφυρες» που ενώνουν το γήινο με το επουράνιο, άλλοτε εκφράζουν το δυναμισμό και την ισχύ μιας αυτοκρατορίας ή ενός ηγεμόνα ή μιας εταιρείας (όπως ο περίφημος τηλεπικοινωνιακός πύργος της Φίλιος στην Ολλανδία), άλλοτε υμνούν την τεχνολογία μιας εποχής.

Όμως καθετί ψηλό δεν είναι κατ’ ανάγκη και ωραίο –αυτός ήταν, άλλωστε, και ο λόγος που διανοούμενοι όπως ο Ανατόλ Φρανς και ο Βίκτωρ Ουγκό το 1879, μετά τη Διεθνή Έκθεση για την εκατονταετηρίδα της γαλλικής Επανάστασης, είχαν ζητήσει να ξεβιδωθεί και να διαλυθεί ο Πύργος του Άιφελ στο Παρίσι, αφού αρκετά είχε πλέον διαφημίσει τη γαλλική γεφυροποιία, αμαυρώνοντας ταυτόχρονα την εικόνα της «πόλης των φώτων».

Το φαλακρό παλούκι του δέντρο της Αθήνας συμπυκνώνει την αρχοντοβλάχικη ξιπασιά της εποχής μας, μιας ξιπασιάς που δεν αποτελεί ιδιότητα μόνο των πάνω αλλά συχνά και των κάτω. Ίσως ο δήμαρχος της πόλης μας να ζήλεψε κάτι από τη δόξα του ηγεμόνα της Βλαχίας Βλαντ Τσέπες ή Βλαντ του Παλουκωτή (κοινώς κόμη Δράκουλα) ή του αμυντικού παροξυσμού του Εμβέρ Χότζα. (Εκτός από πέτρινα πολυβολεία, τα αλβανικά χωράφια ήταν γεμάτα κατακόρυφα παλούκια που σημάδευαν τον ουρανό, ώστε να καρφωθούν οι αλεξιπτωτιστές που θα επιχειρούσαν εισβολή δι’ αέρος.)

Διόλου δεν θα μας απασχολούσε το παραλήρημα μεγαλείου του κυρίου Αβραμόπουλου αν αυτό δεν αποτελούσε μια άλλη πλευρά του στόχου της σύγκλισης, έστω και σε επίπεδο «κορυφών». Σε τελευταία ανάλυση, η φωταγωγημένος θρίαμβος της πλατείας Συντάγματος είναι συμπλήρωμα του νέου μεγαλοϊδεατισμού του 2004, της εκσυγχρονιστικής ξιπασιάς και της φλύαρης κενολογίας της επίσημης πολιτικής. Στον αντίποδα του χριστουγεννιάτικου δέντρου της Αβραμούπολης δεν βρίσκεται το «αληθινό» δέντρο των παιδικών μας χρόνων, αλλά το βλέμμα αυτών που κοιτάζουν το δέντρο και ξέρουν πως τους αξίζει το αληθινό δάσος. Βρίσκονται αυτοί που ακόμα «είναι ωραία τα μάτια τους» αλλά δεν ξέρουν πού και πώς να κοιτάξουν.

(ΠΡΙΝ, 11/1/1998)

0 Responses to "Φωταγωγημένα παλούκια"

Δημοσίευση σχολίου