Τα Παιχνίδια κρίκετ του Βασίλη Λαδά (εκδ. Γαβριηλίδη) είναι ένα ωραίο, σημαντικό, και μικρό (σε έκταση) μυθιστόρημα.




Η ιστορία ξετυλίγεται το τελευταίο τρίμηνο του 2010. Δύο συνεργεία μαζεύουν ελιές στα περίχωρα της Πάτρας. Το ένα το αποτελούν τρεις μεσήλικες Έλληνες και το άλλο τρεις μετανάστες (δύο Αλβανοί κι ένας Πακιστανός). Άνεργοι και οι έξι. Ωστόσο, τα Παιχνίδια κρίκετ δεν είναι ένα βιβλίο για την πολυπολιτισμικότητα και την ανοχή στο διαφορετικό. Καμία σχέση με τα αντιρατσιστικά στερεότυπα και τον γλυκερό ανθρωπισμό. Το βιβλίο υπερβαίνει τα όρια της επικαιρότητας και του τοπικού, γίνεται κλασικό.
         Αυστηρή η σύνθεση, η αρχιτεκτονική δομή, χωρίς όμως να δίνεται η εντύπωση της κατασκευής, του ψυχρού σχεδιασμού. Εμφανείς οι συμμετρίες και οι λογοτεχνικές αναφορές, που όμως δεν είναι εξεζητημένες καθώς ο συγγραφέας δεν επιδεικνύει την κουλτούρα και τις ευαισθησίες του. Η  καθημερινότητα, με τη φαινομενική πεζότητα των λεπτομερειών της, ξετυλίγεται κάτω από τρεις ίσκιους: του αιώνιου, του αναπόδραστου και του οριστικά χαμένου.
         Το δράμα κορυφώνεται με ένα φονικό. Ένας Έλληνας αφαιρεί τη ζωή ενός μετανάστη, όμως το έγκλημα δεν είναι τυπικά ρατσιστικό, δεν το υπαγορεύει το μίσος ή ο τυφλός εθνικισμός. Η οικονομική και η κοινωνική ασφυξία, η αγωνία για επιβίωση μετατρέπουν τον «κανονικό» άνθρωπο σε δολοφόνο. Είναι η κακιά στιγμή, θα πει αργότερα ο ίδιος, το ίδιο και οι αυτόπτες μάρτυρες. Πράγματι είναι η κακιά στιγμή, τα αίματα που ανάβουν, όμως είναι και η κακιά ζωή. Και ασφαλώς είναι το πεπρωμένο, είναι τα παιχνίδια των θεών που ματαιώνουν ή ανατρέπουν τα σχέδια και τις αποφάσεις των ανθρώπων.
         Άνεργοι είναι και οι έξι ελαιοσυλλέκτες. Τα μέλη των δύο συνεργείων είναι ταυτόχρονα και εργάτες γης, δουλεύουν με μεροκάματο, αλλά και μικροί εργολάβοι. Δεν είναι όμως η ανεργία το νήμα που διαπερνά τους μεν και τους δε. Είναι η χαμηλοτάβανη ζωή όπου το μοναδικό ξέφωτο, η μοναδική ανάσα είναι για τους μετανάστες το παιχνίδι, το κρίκετ και -για τους Έλληνες- τo καφενείο, το κρασί, η ταβέρνα, λίγο χασίσι άμα λάχει.
         Eνα σύντομο μυθιστόρημα με αρχή, μέση και τέλος. Αν και ο συγγραφέας δεν μας δίνει ύψος, βάρος κ.λπ., οι χαρακτήρες του έχουν όνομα και τόπο καταγωγής, ορίζονται από την οικογενειακή, την επαγγελματική και την οικονομική τους κατάσταση, δηλαδή δεν είναι μετέωροι, συμβολικοί. Οι μετανάστες δεν απεικονίζονται κακομοίρηδες και εξαθλιωμένοι, αντικείμενα οίκτου ή φιλανθρωπίας ούτε σαν πεδίο όπου μπορεί να εκδηλωθεί η δική μας αντιρατσιστική ευαισθησία. Ο συγγραφέας δεν τους εξωραϊζει, όπως και δεν εξωραϊζει τους Ελληνες, τους εργάτες ή τους μικροαστούς που σήμερα καταστρέφονται, χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους.
         Το βιβλίο κλείνει με το «θάνατο του παλικαριού» και το μακρύ ταξίδι της σορού του μέχρι τη γενέθλια γη της Αλβανίας όπου πρέπει να ταφεί με κάθε τιμή όπως ο ομηρικός Ελπήνορας.
         Κάποτε οι νεκροί διέσχιζαν την Αχερουσία με ένα νόμισμα στο στόμα. Εδώ το ταξίδι γίνεται αντίστροφα: οι μετανάστες, οι ζωντανοί επιχειρούν να εγκαταλείψουν τον ελληνικό Κάτω Κόσμο για να φτάσουν στον Πάνω (;) Κόσμο της Δυτικής Ευρώπης. Το νόμισμα το έχουν ήδη δώσει στον Έλληνα και στον ξένο διακινητή, ενώ τα απαραίτητα για το ταξίδι τους είναι η κουβερτούρα και το τετραπάκ. Η ποιητικότητα του βιβλίου δεν ξεπροβάλλει μέσα από περίτεχνα λεκτικά σχήματα και λυρικές περιγραφές, αλλά μέσα από την αδυσώπητη ομορφιά και την τραγικότητα της ίδιας της ζωής.

(ΠΡΙΝ, 23.9.2012)

Σημείωση: Η φωτογραφία προέρχεται από το ιστολόγιο του Παναγιώτη Ανδριόπουλου Ιδιωτική οδός. 
        

        





0 Responses to "Πέρα από τα κλισέ του αντιρατσισμού"

Δημοσίευση σχολίου