7:57 π.μ.
Αντί να κάνουμε
ζάπινγκ για να πετύχουμε μια καλή εκπομπή, σε λίγο καιρό θα κάνουμε ζάπινγκ
γυρεύοντας… μια καλή διαφήμιση.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα είναι και ο «νεοξανθοπουλικός» ήρωας (ο ηθοποιός Γιάννης
Παπαθανάσης) σε μια παλαιότερη σειρά διαφημίσεων για υπηρεσίες τηλεφωνικού
καταλόγου («Θα πάρω έναν κουραμπιέ, όχι για μένα, αλλά για τη φουκαριάρα τη
μάνα μου που έχει ζάχαρο και δεν μπορεί να τον απολαύσει»).
Λέμε ότι μια
διαφήμιση είναι επιτυχημένη, όταν ξεχνάμε το προϊόν ή την υπηρεσία στην οποία
αναφέρεται. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις διαφημίζονται εταιρείες κινητής
τηλεφωνίας, όμως αυτό που μένει στον τηλεθεατή είναι η φυσιογνωμία, η κίνηση
και και τα λόγια των πρωταγωνιστών. «Ομορφααάντρα μου!» κραυγάζει ο υπαίθριος
πωλητής σάντουιτς έξω από το γήπεδο, ένας αεικίνητος και λαλίστατος
βιοπαλαιστής. Με τη λέξη «αγαπούλα» προσφωνεί τους πάντες ο λούμπεν αλλά
συμπαθής πρόεδρος μιας μη κατονομαζόμενης ποδοσφαιρικής ομάδας («αγαπούλα,
πούλα» ή «αγαπούλα, την κουκούλα»). Δωρεάν διαφήμιση πρόσφερε σε αυτή τη σειρά
διαφημίσεων ο Μάκης Ψωμιάδης, πρώην πρόεδρος της ΠΑΕ Καβάλα, που πίσω από τα κάγκελα
της φυλακής των Σκοπίων έστειλε εξώδικο στην εταιρεία κινητής τηλεφωνίας
ζητώντας αποζημίωση «λόγω ηθικής βλάβης» και υποστηρίζοντας ότι στον τηλεοπτικό
πρόεδρο αναγνωρίζει τον εαυτό του.
Αντί να κάνουμε
ζάπινγκ για να πετύχουμε μια καλή εκπομπή, σε λίγο καιρό θα κάνουμε ζάπινγκ
γυρεύοντας… μια καλή διαφήμιση. Γιατί και οι δύο αυτές διαφημίσεις είναι
καλογραμμένες, καλογυρισμένες και οι πρωταγωνιστές τους κεντούν. Προφανώς για
την παραγωγή τους έχουν ξοδευτεί χρήματα, χρόνος, ταλέντο, φαιά ουσία, δηλαδή
ό,τι θα έπρεπε να ξοδεύεται για τη θεατρική, την κινηματογραφική και την
τηλεοπτική μυθοπλασία. Η λαϊκότητα και η πλατιά απήχηση αρκετών διαφημιστικών
σποτ της τελευταίας διετίας δεν φανερώνει μόνο την πρόοδο του είδους, αλλά και
τη φτώχεια της αληθινής κωμωδίας, της αληθινής σάτιρας. Μια που δεν υπάρχει
αληθινό ψωμί –δεν μιλάμε καν για παντεσπάνι-, ας χορτάσουμε με τα ψίχουλα.
Η σύγχρονη
διαφήμιση στηρίζεται στο περίφημο story telling, στην αφήγηση μιας ιστορίας.
Και όσο πιο σύντομη, πιο κατανοητή, πιο απλή (αλλ’ όχι κατ’ ανάγκη χαζή), πιο
ευμνημόνευτη και επαναλήψιμη (με ή δίχως παραλλαγές) είναι αυτή η ιστορία, τόσο
το καλύτερο. Η κρίση, αλλά και κάθε ιστορικό μεταίχμιο, κάθε εποχή μετάβασης
είναι μια χρυσή ευκαιρία για τους καλλιτέχνες, αλλά και μια αφορμή ώστε όλοι να
δούμε τον μεγάλο κόσμο (και τον μικρόκοσμό μας) αλλιώς. Προς το παρόν όμως,
κρίνοντας κυρίως από την τηλεόραση, αυτή η δυνατότητα παραμένει θεωρητική.
Δεν ξέρουμε πόση
αντοχή στο χρόνο θα δείξουν ο Αγαπούλας και ο Ομορφάντρας. Πάντως, η δίψα, η
λαχτάρα για χαμόγελο είναι υπαρκτή και ισχυρή. Οσο πιο ζοφερή γίνεται η
πραγματικότητα, τόσο πιο απελπισμένα γυρεύουμε να την ξορκίσουμε με ένα
μειδίαμα, έστω και αν αυτό διαρκεί λιγότερο από ό,τι ένα τραγούδι.
(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ένθετο "tv", 15.1.12)


0 Responses to "Ομορφάντρες και Αγαπούλες"
Δημοσίευση σχολίου