Ο νορβηγικός Ιούλιος έδειξε ότι η υπαρκτή φρίκη ξεπερνά την τηλεοπτική (και κινηματογραφική) φαντασία.


To μακελειό στη Νορβηγία κυριάρχησε στα δελτία ειδήσεων του τελευταίου δεκαήμερου. Ακόμα και αν αποδειχτεί ότι ο 32χρονος δολοφόνος έδρασε μόνος του, το ίδιο το γεγονός είναι υπερτοπικής σημασίας καθώς κρούει μια καμπάνα κινδύνου για όλη την Ευρώπη. Οχι μόνο λόγω του μεγάλου αριθμού και της νεαρής ηλικίας των θυμάτων, αλλά και γιατί είναι πολλά τα ποτάμια του μίσους που ρέουν «και» στο Διαδίκτυο, είναι αρκετοί εκείνοι που θαυμάζουν αν όχι τις πράξεις, πάντως τις ιδέες του δράστη.

Ακόμα και στα πιο σκληρά αμερικανικά «σπλάτερ», όπως λέγονται οι ταινίες όπου το αίμα τρέχει ποτάμι (π.χ., στο «Παρασκευή και 13» και στους κλώνους του), δεν σκοτώνονται τόσοι πολλοί νέοι άνθρωποι και με τόση ψυχρότητα και ταχύτητα. Οσοι είδαν τα πλάνα του νησιού Οτόγια που τραβήχτηκαν από ελικόπτερο πάγωσαν καθώς διαπίστωσαν το πόσο μικρός είναι ο τόπος του εγκλήματος, το πόσο ανυπεράσπιστοι πρέπει να ήταν οι έφηβοι και οι νέοι που δολοφονήθηκαν εκεί καθώς δεν υπήρχε οδός διαφυγής.

Πολλά ειπώθηκαν για τον δράστη, πολλά ήταν τα ρεπορτάζ για το πένθος στο οποίο βυθίστηκε η χώρα, πολλά ήταν τα πολιτικά σχόλια για τον ρατσισμό και την ξενοφοβία, για την «πολυπολιτισμικότητα» και την ανεκτική κοινωνία. Μια δευτερεύουσας σημασίας παρατήρηση είναι το πόσα λίγα γνωρίζουμε όχι μόνο για την αληθινή και όχι απλώς την τουριστική Νορβηγία, αλλά και για την άνοδο του νεοφασισμού στην Ευρώπη.

Μετρημένες στα δάχτυλα είναι οι εκπομπές έρευνας και τα πολιτικά ντοκιμαντέρ που μας βοηθούν να γνωρίσουμε την Ευρώπη και τον κόσμο μας, ενώ τη Νορβηγία τη θυμόμαστε μόνο κάθε Μάη με τη Eurovision. Εύκολο είναι να κατανοήσουμε ότι κάτι δεν πάει καλά με έναν άνθρωπο που δολοφονεί δεκάδες ανθρώπους για να «στείλει ένα μήνυμα». Εύκολο και αυτονόητο είναι το να καταδικάσουμε τη βία από όπου και αν προέρχεται και να εκφράσουμε την (υπαρκτή) βαθιά μας θλίψη. Το δύσκολο είναι να καταπολεμήσουμε τον «μικρό», τον καθημερινό (νεο)φασισμό, να πάψουμε να θεωρούμε αυτονόητες τις εκδηλώσεις μίσους που συχνά αποκτούν εγκληματικές διαστάσεις.

Φέτος στην ΕΤ1 προβλήθηκαν τρεις καλές σειρές ντοκιμαντέρ με αντιρατσιστικό, πολυπολιτισμικό περιεχόμενο («Δεν ήρθα εδώ για διακοπές», «Φιλοξενούμενοι», «Φυλές της Αθήνας»). Η κρατική τηλεόραση κάνει το χρέος της, όμως οι σειρές αυτές, παρά τη δημοκρατική και συχνά καλλιτεχνική τους αξία, δεν αρκούν για την καταπολέμηση της ξενοφοβίας, αφού συχνά η ζωή, η δύσκολη καθημερινή εμπειρία δίνει τα αντίθετα μαθήματα. Η τηλεόραση, τόσο στο ενημερωτικό και στο ψυχαγωγικό σκέλος της, δεν γεννά τον νεοφασισμό, μπορεί όμως, ως ένα βαθμό, να τον αποθαρρύνει. Και εδώ δεν μετρά μόνο η πρόθεση, αλλά ο τρόπος με τον οποίο η τηλεόραση θα συμβάλει στη διαμόρφωση δημοκρατικών συνειδήσεων.

Ο τρόπος αυτός δεν μπορεί να είναι δασκαλίστικος, κινδυνολογικός και ηθοπλαστικός. Δεν αρκούν τα ρεπορτάζ δρόμου (ή μάλλον ποδαριού) στον Αγιο Παντελεήμονα και στις διακεκαυμένες ζώνες της Αθήνας –αν και είναι αλήθεια ότι αρκετές φορές η τηλεοπτική κάμερα έχει αποκαλύψει ακραίες ρατσιστικές πρακτικές. Χρειάζονται γνώσεις, φαντασία και ευφυϊα, ήθος και πείσμα για να αναζητήσει και να πει κανείς την αλήθεια, ώστε η αλήθεια αυτή να πιάνει τόπο, να μην κολακεύει απλώς τα στερεότυπά μας.

(KAΘΗΜΕΡΙΝΗ, τηλεοπτικό ένθετο, 31-7-2011)






0 Responses to "Ξαφνικά φέτος το καλοκαίρι"

Δημοσίευση σχολίου