Πολλά έχουν δει τα μάτια του τηλεθεατή, όμως δεν τα έχουν δει όλα. Π.χ., δεν είχαμε δει και δεν είχαμε ακούσει τα «ιστορικά» τραγούδια της Σοφίας Βέμπο σε σε ντισκο-καμπαρετζίδικη διασκευή ούτε  το «Ενα το χελιδόνι» να συνοδεύεται από το Μπαλέτο Ξεβρακωτέξ σε μια χορογραφία που θύμιζε καψουροτράγουδο πίστας.



Αυτά συνέβησαν την Κυριακή, στην εκπομπή «Θα πεις κι ένα τραγούδι» (Alpha) του Ανδρέα Μικρούτσικου. Πρόκειται για ένα σχετικά φαντασμαγορικό σόου με παίχτες που διαγωνίζονται όχι στην καλλιφωνία αλλά στη μνήμη (πρέπει να θυμούνται τους στίχους τραγουδιών) και, ταυτόχρονα, επιδεικνύουν την υπαρκτή ή ανύπαρκτη τσαχπινιά τους. Με γεια τους, με χαρά τους. Ομως προχθές, λόγω της επετείου του «Οχι», ένα από τα τραγούδια της βραδιάς ήταν το «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του» που έχει ταυτιστεί με την ανεπανάληπτη φωνή της Σοφίας Βέμπο. Στο τσακίρ κέφι το καλλίγραμμο γυναικείο μπαλέτο (ψηλοτάκουνες μαύρες μπότες, χαμηλοκάβαλη μίνι φούστα βρεφικού μεγέθους και φούξια σουτιέν) χοροπηδούσε κατατρωπώνοντας με εναέρια λακτίσματα τις στρατιές των Ιταλών. Τι φταίνε οι κοπέλες... κουνηθείτε, τους λένε, κουνιούνται κι αυτές.
Ακολούθησε το γνωστό σουξέ «Ενα το χελιδόνι» του Γρηγόρη Μπιθικώτση, όπως έγραφε ο τίτλος. Προφανώς τα ονόματα του Μίκη Θεοδωράκη και του Οδυσσέα Ελύτη δεν κρίθηκαν άξια να συμπεριληφθούν στα «credits». Εδώ οι κοπέλες λικνίζονταν σαν ψαρόβαρκες στο πέλαγος  -αν και η αλήθεια είναι ότι ο σκηνοθέτης έδειξε κάποια στοιχειώδη συγκράτηση αφού απέφυγε να δείξει στήθος-μπούτι-κοιλιά σε γκροπλάν. Σαν καλός ανιματέρ, ο κ. Μικρούτσικος παρότρυνε τους θεατές στο στούντιο να σηκωθούν όρθιοι και να τραγουδήσουν όλοι μαζί, τιμώντας έτσι την επέτειο.
Ακολούθησαν και άλλα άσματα, όπως του Πλούταρχου, του Τόλη Βοσκόπουλου, και το ξεσάλωμα κορυφώθηκε. Αντε, και του χρόνου να το κάψουμε όπως σήμερα!
Τα τραγούδια (όπως και η ευαισθησία) δεν είναι ιδιοκτησία κανενός. Ολοι έχουν δικαίωμα να τα τραγουδήσουν, είτε έχουν φωνή-φωνάρα είτε γαϊδουροφωνάρα. Μάλιστα, μπορεί κανείς και να τα παραφθείρει -κανένας νόμος δεν λέει ότι είναι ανέγγιχτα. Ομως άλλο η ειρωνική χρήση των «ιερών και των οσίων» -θεμιτή όταν εξυπηρετεί έναν καλλιτεχνικό στόχο- και άλλο αυτή η τηλεοπτική  πατσαβούρα, μια που η λέξη «κιτς» είναι πολύ ήπια, δεν μπορεί να αποδώσει την αηδία που ένιωσαν πολλοί τηλεθεατές.
Ισως θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι ένα τραγούδι από το «Αξιον εστί» σε ένα σόου τραλαλά ισοδυναμεί με ένεση ποιότητας, ότι υπενθυμίζει στο κοινό τη μεγάλη μουσική και ποιητική μας παράδοση. Ωστόσο, τα τραγούδια δεν είναι ανεξάρτητα από τον τόπο και το χρόνο που γράφονται, αλλά και ακούγονται ξανά. Αλλη λειτουργία είχαν τα τραγούδια της Βέμπο στις αθηναϊκές επιθεωρήσεις του '40, άλλη έχουν στα σύγχρονα επετειακά (και συνήθως μουσειακά) αφιερώματα, άλλη σε διαφημίσεις για κέτσαπ και απορρυπαντικά. Πώς να το κάνουμε, το «Κάποια μάνα αναστενάζει» δεν ταιριάζει σαν μουσική υπόκρουση σε επιδείξεις μόδας oύτε η «Καισαριανή» του Σταύρου Ξαρχάκου συνδυάζεται με νεοπλουτίστικες βεγγέρες πλάι σε φωταγωγημένες πισίνες. Ας αφήσουμε αυτά τα τραγούδια στην ησυχία τους και να είμαστε σίγουροι ότι εκείνα θα βρουν τους δρόμους και τους τρόπους να ακουστούν.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ???

0 Responses to ""Θα πεις κι ένα τραγούδι""

Δημοσίευση σχολίου