Η ελληνική τηλεόραση «γεννήθηκε ανώμαλα από γονείς αποστάτες. Εκανε τα πρώτα νηπιακά της βήματα από χουντικούς εκπαιδευτές. Γαλουχήθηκε από δεξιόστροφους κηδεμόνες. Και κακογέρασε -πριν την ώρα της- από σοσιαλιστική αλαζονεία».


Στα τεσσαρακοστά πρώτα γενέθλια της ελληνικής τηλεόρασης ήταν αφιερωμένο το «Εχει γούστο» με την Μπήλιω Τσουκαλά την περασμένη Πέμπτη. Μίλησαν πολλοί πρωτεργάτες και ειδικοί της τηλεόρασης, άνθρωποι με πείρα, κύρος και προσωπικότητα, δημοσιογράφοι και καλλιτέχνες, ενώ πλούσιο ήταν και το αρχειακό υλικό που προβλήθηκε.
Μια λέξη που επανερχόταν στη συζήτηση ήταν το «ήθος», ιδίως όταν γινόταν σύγκριση ανάμεσα στο χθες και το σήμερα. «Τότε υπήρχε ένα ήθος», ένας «ρομαντισμός», μια «αγάπη για το Μέσο», «ήταν η εποχή της αθωότητας».
Δεν υποτιμάμε την προσπάθεια που κατέβαλαν εκατοντάδες δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, τεχνικοί, διοικητικοί υπάλληλοι όταν η τηλεόραση έκανε τα πρώτα της βήματα. Ομως η αναγνώριση του μόχθου και του έργου τόσο των διάσημων όσο και των αφανών δεν πρέπει να μας οδηγεί στον εξωραϊσμό μιας πραγματικότητας που είχε και τις αρνητικές πλευρές της. 
Η ελληνική τηλεόραση «γεννήθηκε ανώμαλα από γονείς αποστάτες. Εκανε τα πρώτα νηπιακά της βήματα από χουντικούς εκπαιδευτές. Γαλουχήθηκε από δεξιόστροφους κηδεμόνες. Και κακογέρασε -πριν την ώρα της- από σοσιαλιστική αλαζονεία». Αυτά γράφει εν έτει 2002 στο διαφωτιστικό βιβλίο του «Την εποχή της τηλεόρασης» ο Γιώργος Δάμπασης, που όμως αναγνωρίζει ότι «η κρατική τηλεόραση έχει αρχίσει... να αποκτά ξανά το χαμένο της κύρος».
Πράγματι, σήμερα συναντάμε πολλές καλές εκπομπές στα κρατικά κανάλια, όπως συναντάμε και πολλές εκπομπές ανούσιες και άχαρες. Συναντάμε κάποιες παρουσιάστριες με διαπεραστική φωνή που ραγίζει τζάμια ή αρχίζουν κάθε πρότασή τους με ένα «εεε...» ή ένα «έτσι» ή ένα «να πούμε», συναντάμε υπναλέους αλλά και υπερόπτες παρουσιαστές, συναντάμε εκπομπές που απλώς παραγεμίζουν τον τηλεοπτικό χρόνο χωρίς να προσφέρουν ούτε ψυχαγωγία ούτε ενημέρωση παρά μόνο αμιγή πλήξη.
Ωστόσο, είναι τόσος ο κυνισμός και η ανοησία στο ιδιωτικό τηλεοπτικό στερέωμα, που κάνουν τις αδυναμίες της κρατικής τηλεόρασης να μοιάζουνε με πταίσματα. Μπροστά στη σύγχρονη τηλεοπτική βαρβαρότητα, πολλοί έχουν την τάση να αναπολούν και να εξιδανικεύουν τον «παλιό καλό» τηλεοπτικό καιρό.
Το να λιθοβολούμε το τηλεοπτικό παρελθόν μας δεν έχει νόημα, όμως κάποιες από τις αμαρτίες του εξακολουθούν να ρίχνουν τη σκιά τους στο σημερινό τοπίο, γεγονός που συχνά δεν μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε τις πραγματικά καλές στιγμές ή έστω τις καλές προθέσεις που συναντάμε σε αρκετά κανάλια. Στην Ελλάδα ποτέ δεν συντελέστηκε «πολιτιστική αποχουντοποίηση», δεν κόπηκε ο ομφάλιος λώρος με το ύφος και την αισθητική (δεν εννοώ μόνο το κιτς) της δικτατορίας. Αντίθετα, το σύγχρονο χαζοχαρούμενο ή δηθεν ψαγμένο λαϊφστάιλ είναι μετάλλαξη του πολιτισμού της επταετίας. 
Δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε με τον Αλέξη Κωστάλα που τόνισε στην εκπομπή ότι «καμιά εποχή δεν έχει το μονοπώλιο του ταλέντου» και, επομένως, πρέπει να δοθεί βοήθεια στους νέους, αφού «η καλή δουλειά θέλει χρόνο». Δυστυχώς, στην τηλεοπτική ζυγαριά αυτό που βαραίνει είναι η επιτυχία, τα νούμερα τηλεθέασης και όχι η «καλή δουλειά».
Δεσποινίς, λοιπόν, ή νεόπλουτη μανταμίτσα ετών 41; Πάντως «αθώα» η τηλεόραση δεν ήταν ούτε τότε, ούτε σήμερα. 

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, "Εικονογράφημα", 27/2/2007)

0 Responses to "Δεσποινίς ή μανταμίτσα;"

Δημοσίευση σχολίου