10:48 μ.μ.
«Χιλιάδες ώρες σπαταλώνται [στην τηλεόραση] γι’
ανοησίες», είπε ο Μίκης Θεοδωράκης το περασμένο Σάββατο στη νέα εκπομπή
«Συναντήσεις» του Λευτέρη Παπαδόπουλου.
«Το “τραγούδι διασκέδασης” πάντα
υπήρχε», συνέχισε. «Όμως οι άνθρωποι δεν μπέρδευαν το σαχλοτράγουδο, που μας
κάνει να ξεχνιόμαστε, με το “τραγούδι μνήμης”. Υπήρχε διαχωρισμός στα είδη,
αλλά σήμερα οι μετρήσεις δίσκων βάζουν όλα τα είδη μαζί». Το «κλικ», η
μονοκρατορία του εφήμερου σουξέ, σημειώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80,
την εποχή της οργανωμένης εφόδου του λαϊφστάιλ. Αυτή η αλλαγή εκφράστηκε με την
εκδίωξη του πολιτικού, του κοινωνικού, του ποιητικού λόγου από το τραγούδι,
αλλά και με την επέλαση του σταρ σίστεμ. Ο τραγουδιστής-σταρ (που στοιχίζει πιο
φτηνά στις εταιρείες) εκτοπίζει τον συνθέτη και τον ποιητή-στιχουργό. Τα
αστέρια της πίστας –συνήθως άψητα, αμόρφωτα παιδιά- είναι αυτοί που φέρνουν
χρήματα στο ταμείο των κέντρων διασκέδασης μέσω της κατανάλωσης ποτών και
ανθρών. Και ας μην ξεχνάμε ότι οι ιδιοκτήτες αυτών των κέντρων είναι
«κουμπουροφόροι, άνθρωποι της νύχτας».
Διαφωνώ ως προς τον επιεική ορισμό του
«τραγουδιού διασκέδασης». Τα σουξέ που κυριαρχούν στην τηλεόραση και στην αγορά
είναι τραγούδια φτηνής διασκέδασης, ομοιώματος διασκέδασης. Τραγούδια αφασίας,
τραγούδια ακατοίκητα, προορισμένα για ακατοίκητες ψυχές και μυαλά, όπως θα
έλεγε η αξέχαστη Μαλβίνα. Όμως οι ερμηνευτές τους είναι οι χρυσές χήνες της
τηλεόρασης, όχι μόνο στην ψυχαγωγική ζώνη, αλλά και στην ενημερωτική, τη
σοβαρή. Οι ίδιοι παρουσιαστές, που σήμερα κρατούν ρομφαία και αποκαλύπτουν τα
σκοτεινά ντεσού της τροπολογίας Πάχτα, παρουσίαζαν πριν από λίγες εβδομάδες
–λιγωμένοι, μελωμένοι, εκστασιασμένοι τα αστέρια των σκουπιδο-σουξέ. Στα ίδια
σήμερα όπου σήμερα φιλοξενούνται πρωτοκλασάτοι πολιτικοί, είχαν καθίσει οι κ.κ.
Γιώργος Μαζωνάκς, Άννα Βίσση, Πέγκυ Ζήνα, Έλλη Κοκκίνου, Άντζελα-Τόλης κ.ά.
Αυτοί είναι οι καλλιτεχνικοί ταγοί οτυ τηλεοπτικού έθνους, αυτοί σαλπίζουν τη
νέα εποχή.
Οι δύο συνομιλητές αναγνωρίζουν ότι το καλό
ελληνικό τραγούδι δεν σταμάτησε στη δεκαετία του ’60. Και σήμερα αρκετοί
δημιουργοί ακολουθούν το δρόμο της τέχνης, με τη διαφορά ότι το έργο τους
αποσιωπάται ή προβάλλεται με το σταγονόμετρο από τα περισσότερα ηλεκτρονικά
ΜΜΕ, λες και «τα ραδιόφωνα και τα κανάλια βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία»,
όπως παρατήρησε ο κ. Παπαδόπουλος.
Το πάθος έχει γίνει καψούρα, η ευαισθησία
αυταρέσκεια, ο λόγος διαφημιστικό σύνθημα. Τα σουξέ της μίας σεζόν δεν μας
συνεπαίρνουν, αλλά μας «φτιάχνουν» ή μας «στέλνουν», όπως μας φτιάχνουν ή μας
στέλνουν τα λεξοτανίλ, το οινόπνευμα και τα παρόμοια. Το πλαστικό τραγούδι
διευκολύνει τη φυγή, τη νάρκωση, την αποχαύνωση. Όμως και η αναπόληση των
“περασμένων μεγαλείων" οδηγεί σε ένα άλλο είδος φυγής, πιο ευγενικής και
εκλεπτυσμένης, αλλά πάντως φυγής. Η πρόκληση στην οποία πολλοί καλλιτέχνες
προσπαθούν να ανταποκριθούν, είναι να μιλήσει κανείς για το αφανές μεγαλείο και
την περίοπτη φρίκη της δικής εποχής. Μια πρόκληση στην οποία απαντούν, με
πείσμα νεανικό, ο κ. Θεοδωράκης και ο κ. Παπαδόπουλος, ο καθένας με τον δικό
του τρόπο.
(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, “Εικονογράφημα”)
0 Responses to "Τραγούδια-φούσκες (31-1-2004)"
Δημοσίευση σχολίου