Οι μεγάλοι δρόμοι είναι συνώνυμοι της προόδου, του πολιτισμού, των ανοιχτών θυρών και της επικοινωνίας ανάμεσα στους λαούς. Δρόμοι, γέφυρες, διώρυγες, σιδηρόδρομοι ήταν τα αγαπημένα παιδιά της βιομηχανικής επανάστασης, σύμβολα του θριάμβου της νέας εποχής.


Στον Κιμ ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ υμνεί τον περιβόητο “Μεγάλο Δρόμο” (Grand Trunk Road) Καλκούτας-Πεσαβάρ, που κατασκευάστηκε από τους Άγγλους τον 19ο αιώνα για τον διοικητικό-στρατιωτικό έλεγχο και την οικονομική εκμετάλλευση της αχανούς αυτοκρατορίας τους στην Ινδία. Στο μυθιστόρημα αυτό, ο Μεγάλος Δρόμος (το “μεγάλο ποτάμι” ή “φλέβα ζωής παλλόμενης”) προσεγγίζει, από μια άποψη, το δρόμο των προσκυνητών προς το Καντέρμπουρι του Τσόσερ ή τον Μισισιπή τον υδάτινο δρόμο του “Χακ Φιν”. Οι δρόμοι εκείνοι δεν χρησίμευαν μόνο για τη μεταφορά εμπορευμάτων, προσκυνητών, στρατιωτών και παλικαριών που αναζητούσαν την τύχη τους στη μεγάλη πόλη, αλλά ήταν τόποι σύγκλισης και αναμέτρησης πολιτισμών, ιδεών, παραδόσεων.

Ασφαλώς, ήταν δρόμοι επικίνδυνοι που προορίζονταν μόνο για τους πολύ πλούσιους ή τους πολύ τολμηρούς και θαρραλέους. Σήμερα που οι δρόμοι (με ή χωρίς διόδια) μας ανήκουν, το ίδιο το ταξίδι θεωρείται χρόνος νεκρός και αντιπαραγωγικός, χρόνος χαμένος (εκτός και αν έχουμε έναν φορητό κομπιούτερ στην αγκαλιά και πορευόμαστε καλωδιωμένοι). Το αίτημα, λοιπόν, είναι δρόμοι ταχύτεροι, ασφαλέστεροι και μεγαλύτερης χωρητικότητας.

Ελάχιστη ή και καθόλου σημασία φαίνεται να έχει το αν οι δρόμοι θα είναι όμορφοι. Τεράστιες διαφημιστικές πινακίδες, πανομοιότυπα βενζινάδικα, μάντρες αυτοκινήτων και οικοδομικών υλικών, άχαρα βιομηχανικά κτίρια, υπεραγορές, ακόμα και η βλάστηση, τα δέντρα ή οι θάμνοι των διαχωριστικών νησίδων, είναι ομοιόμορφη και προβλέψιμη. Μια από τις ηρωίδες στην Αθανασία του Κούντερα, καθώς βαδίζει στους δρόμους του Παρισιού (και όχι κάποιας τριτοκοσμικής πρωτεύουσας) αναλογίζεται ότι οι “άνθρωποι όχι μόνο δεν προσπαθούν να είναι όμορφο, αλλά δεν καταβάλουν καμία προσπάθεια για να μην είναι άσχημοι”. Η ίδια παρατήρηση ισχύει για μεγάλα τμήματα των εθνικών οδών και των νέων λεωφόρων ταχείας κυκλοφορίας, που κόβουν την πόλη ή την ύπαιθρο με λεπτότητα χασαπομάχαιρου. Ωστόσο, ακόμα αυτή η τραχιά αρχιτεκτονική, με τις δυναμικές καμπύλες, τα βαριά υποστυλώματα και τα τεράστια αντερείσματα θα μπορούσε να εκπέμπει κάποια γοητεία αν όλα δεν υπάκουαν σε μια στενόκαρδη χρησιμοθηρία.
         Στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, ο Γιώργος Θεοτοκάς “ανακάλυπτε” τη λεωφόρο Συγγρού και πρόθυμα μοιραζόταν το εύρημά του με τον Γιώργο Σεφέρη, που μίλησε στα ποιήματά του για τον μεγάλο δρόμο που έβγαζε στη θάλασσα. Σήεμρα οι μεγάλοι δρόμοι βγάζουν σε άλλους δρόμους, ενώ κανένας σύγχρονος ποιητής δεν διανοήθηκε, μέχρι στιγμής, να ανακαλύψει και να τραγουδήσει τη λεωφόρο Σταυρού-Ελευσίνας ή τους ανισόπεδους κόμβους της Αττικής, που στα σπλάχνα τους φιλοξενούν τα αλβανάκια που ξεπλένουν το παρμπρίζ των αυτοκινήτων μας ώστε να βλέπουμε τον κόσμο λιγότερο θολό.

(Καθημερινή, Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2000)

0 Responses to "Οι μεγάλοι δρόμοι του μύθου και της ανάγκης (8-10-2000)"

Δημοσίευση σχολίου