Θα περίμενε κανείς πως η άνοδος του νεοφασισμού στην Ευρώπη θα ήταν ένα από τα κεντρικά θέματα στο διήμερο που έγινε στο Παρίσι για τη «Μεγάλη Ευρώπη του Πολιτισμού».





Εντούτοις, ο μόνος που θυμήθηκε ότι το Ροστόκ δεν είναι μια γκρίζα λεπτομέρειας σε ένα, κατά τα άλλα, ρόδινο τοπίο, είναι ο γερμανός σκηνοθέτης Χάινερ Μίλερ: «Όσο σκέφτομαι τη Γερμανία, χάνω τον ύπνο μου, γιατί αισθάνομαι ότι οι διανοούμενοι είμαστε ανίκανοι να παρέμβουμε σε γεγονότα όπως εκείνα στο Ροστόκ».
            Ένας άλλος Γερμανός συγγραφέας που «ανησυχεί» είναι ο συγγραφέας Γκίντερ Γκρας, που βρέθηκε στη Διεθνή ΄Εκθεση της Φραγκφούρτη για την παρουσίαση του βιβλίου του Το κόασμα του βατράχου, και μίλησε για τις εξελίξεις στη χώρα του: «Δυστυχώς, το παρελθόν φαίνεται να επιστρέφει, αν κρίνουμε από τις βαρβαρότητες εναντίον των προσφύγων. Οι Χριστιανοδημοκράτες –με τους οποίους ευθυγραμμίστηκαν και οι Σοσιαλδημοκράτες- ενδίδουν στο συναισθηματικό στοιχείο, στην παράνοια, για να γκρεμίσουν το δικαιώμα του πολιτικού ασύλου. Αλλά δεν λύνεται έτσι το πρόβλημα. Σήμερα, με εξαίρεση μεμονωμένα άτομα, όπως εγώ ή ο Χάμπερμας, δεν υπάρχει πια δημοκρατική Αριστερά. [...] Η ενοποίηση της Γερμανίας υπήρξε ένα δώρο που μας ήρθε κατακέφαλα: ήμασταν απροετοίμαστοι και το καταστρέψαμε. Βρεθήκαμε και πάλι σε συνθήκες διαίρεσης, κονωνικής και πνευματικής, με ένα ρήγμα που θα διαρκέσει περισσότερο από το Τείχος».
            Στο διήμερο του Παρισιού, ο μοσχοβίτης σκηνοθέτης Νικίτα Μιχάλκοφ ζήτησε από τα κράτη της ΕΟΚ «να βοηθήσουν στην αναζωογόνηση των πολιτισμών που καταστράφηκαν από τον κομμουνισμό». Ως γνωστόν, ο μοσχοβίτης σκηνοθέτης δέχτηκε να γίνει σύμβουλος του πρωθυπουργού της Ρωσίας για εξωτερικά πολιτιστικά θέματα μ’ έναν όρο: «Να μεταφερθούν τα λείψανα της τσαρικής οικογένειας από το Αικατερίνενμπουργκ στην Πετρούπολη, όχι όμως με αεροπλάνο ή τρένο, αλλά μέσω μιας ανθρώπινης αλυσίδας που θα διασχίζει όλη τη Ρωσία» (βλ. συνέντευξη του Μιχάλκοφ στο περιοδικό Σινεμά, Φεβρ. ’92).
            Μ’ άλλα λόγια, η αναζωογόνηση των πολιτισμών της Ανατολής ξεκινάει από την αποκατάσταση των κουφαριών των τσάρων!
            Ο συγγραφέας Ελάι Βίζελ (ο πρώτος μυθιστοριογράφος που το 1986 τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης) είναι ένας από τους επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος και διδάσκει στο πανεπιστήμιο της Βοστώνης. Μετά την επίθεση των νεοναζί στο Ροστόκ, ο 63χρονος Βίζελ δήλωσε: «Νιώθω αηδία. Μπορεί η λέξη να είναι πολύ δυνατή, αλλά οφείλω να τη χρησιμοποιήσω. Αηδία όχι μόνο για τους επιτιθέμενους, αλλά και για την κυβέρνηση του καγκελάριου Κολ. Η Γερμανία είναι υπεύθυνη για το κλίμα που γεννά τέτοιες χυδαιότητες».
            Η πρόσφατη επίθεση των νεοναζί στο ελληνικό σχολείο στο Βούπερταλ δείχνει ότι ο «εχθρός» δεν είναι μόνο οι ξένοι εκ Βορρά, αλλά και οι ξένοι εξ Ανατολών. Μήπως έφτασε ο καιρός ν’ ανησυχήσουμε κι εδώ; “Ψυχή μας είναι τ’ όνομά μας”, έγραφαν πριν από λίγο καιρό οι κορυφαίοι πέντε έλληνες διανοούμενοι στους ηγέτες της ΕΟΚ, οι οποίοι μάλλον τους έγραψαν κανονικά, όπως είδαμε την προηγούμενη εβδομάδα. Προς το παρόν, η μόνη που φαίνεται να ανησυχεί είναι η Ελένη Δήμου που ταγουδά “ανησυχώ, μωρό μου, ανησυχώ, αν μ’ αγαπάς κι εσύ όσο κι εγώ”. Καιρός ν’ ανησυχήσουμε και για κάτι άλλο!

(ΠΡΙΝ, 25/10/1992)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το όργιο της νεοναζιστικής βίας στη Γερμανία ξέσπασε με την ενοποίησή της. Τον Αύγουστο του 1992 έγιναν πρωτοφανή επεισόδια στο Ροστόκ που κράτησαν μια βδομάδα και όπου οι νεοναζί βρήκαν πολλούς συμπαραστάτες μεταξύ του ντόπιου πληθυσμού. Εβαλαν εκεί φωτιά σε άσυλο προσφύγων και εκατοντάδες άνθρωποι τραυματίστηκαν. Το Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς στο Μελν φρικτό θάνατο βρήκαν μέσα στις φλόγες που τύλιξαν το σπίτι τους δυο Τουρκάλες και ένα κορίτσι. Δυο νεοναζί καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη. Ακολούθησαν οι εμπρησμοί στο Ζόλινγκεν και το Λύμπεκ το 1993 και 1994. Το Δεκέμβρη του 1994 στο Ρόζενταλ - Χόλτσβικ μια γυναίκα και δυό παιδιά από την πρώην Γιουγκοσλαβία τραυματίστηκαν σε άλλη μια εμπρηστική επίθεση εναντίον ασύλου προσφύγων.

0 Responses to "Ανησυχώ, μωρό μου, ανησυχώ (25/10/92)"

Δημοσίευση σχολίου