Αλίμονο,έχουν πει, στο λαό που έχει ανάγκη από ήρωες. Αλίμονο όμως και στο λαό που ξεχνά τους ήρωές του, αλίμονο και στους καιρούς που οι ήρωες δεν έχουν την ευκαιρία να δοκιμαστούν, να δείξουν τον ηρωισμό τους –και τότε τους τρώνε οι κοριοί και όχι οι τίγρεις ή καρχαρίες,



Ο στεναγμός, η κραυγή, η οργή επιτρέπονται: αρκεί να μη βγαίνουν από τα σύνορα της φυλακής, του στρατοπέδου, του χώρου εργασίας. Κάποτε όμως βγαίνουν και φτάνουν πολύ μακριά: από το Μπανγκλαντές και την Κίνα στη Βρετανία. Και η κραυγή αυτή είναι γραμμένη σε ένα πανάκι τόσο δα, κρυμμένο μέσα σ’ ένα φτηνό ρούχο, απ’ αυτά που προορίζονται για τους φτωχούς της Δύσης και όλου του κόσμου.


H Ανεργίτσα και ο Πειναλέων επανέρχονται, αλλά δίχως κουρέλια.



Η γυάλινη οροφή (glass ceiling) είναι ένας γνωστός όρος σε όσους έστω και ελάχιστα έχουν ασχοληθεί με το γυναικείο ζήτημα: είναι το ταβάνι που βρίσκουν οι γυναίκες εργαζόμενες και το οποίο τις καθηλώνει χαμηλά στην  ιεραρχία. Είναι μια αόρατη, άτυπη οροφή που δεν επιτρέπει στις γυναίκες να γίνουν διευθυντικά στελέχη και ας έχουν τα προσόντα, ένα φράγμα χτισμένο από προκαταλήψεις αιώνων μέσα στις ανδροκρατούμενες κοινωνίες. Έτσι λένε οι κοινωνιολόγοι.



«Θέλω να κάνω διακοπές, αλλά η τσέπη μου δεν με ακολουθεί...» Έτσι έλεγε κάποτε (προ κρίσης) ένας οικογενειάρχης βιοπαλαιστής. Ήρθαν τα μνημόνια και η τσέπη κήρυξε απεργία διαρκείας.