Αν κι έχει περάσει περίπου ενάμισης χρόνος από την έκδοσή του βιβλίου του Μενέλαου Χαραλαμπίδη Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα (εκδ. Αλεξάνδρεια) όλο και περισσότεροι αναγνώστες το ανακαλύπτουν, το συστήνουν, μιλούν γι’ αυτό -και όχι επειδή ζούμε μια «νέα Κατοχή», αλλά γιατί σήμερα υπάρχει η ανάγκη, η αναζήτηση της απελευθερωτικής συλλογικής πράξης.
«Οι μάζες διδάσκονται από την ίδια τους την πείρα», λέει ένα παλιό τσιτάτο -και το βιβλίο αυτό δείχνει ότι η εμπειρία (όπως έχουμε πια βαφτίσει την «πείρα») μπορεί, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να αλλάξει τη συνείδηση, να γεννήσει μια νέα κουλτούρα. Αυτό συνέβη σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στην περίοδο της Κατοχής, μόνο όμως αφού είχε ξεπεραστεί η φρίκη της πείνας του 1941-42 και μόνο αφού είχε ιδρυθεί το ΕΑΜ που κατάφερε να μετατρέψει τη συσσωρευμένη πείρα σε αντιστασιακή πράξη. Με άλλα λόγια, η εξαθλίωση δεν οδηγεί  αυτόματα στην εξέγερση -μια υπόμνηση χρήσιμη και για τη σημερινή εποχή, μια απάντηση στην απορία «γιατί δεν ξεσηκώνεται ο λαός;» Και, όπως επισημαίνει μια πρωτοποριακή μελέτη ελλήνων νευρολόγων-ψυχιάτρων του 1947, σε συνθήκες εξαθλίωσης, ο σύνθετος συλλογισμός υποχωρεί μπροστά στην πρωτόγονη σκέψη, στη δράση που αποσκοπεί στην άμεση ικανοποίηση των πιο επιτακτικών αναγκών της επιβίωσης (σ. 81).
Το βιβλίο ασχολείται με την αντίσταση στην Αθήνα, υπογραμμίζοντας και τον ιδιαίτερο ρόλο που παίζει η κοινωνική γεωγραφία. Με συγκεκριμένα στοιχεία (οικονομικά, πληθυσμιακά, ιστορικά, χωροταξικά), εξηγεί γιατί το αντιστασιακό κίνημα φούντωσε, π.χ., στον Υμηττό και στο Βύρωνα, όχι όμως στον ίδιο βαθμό στη Νέα Σμύρνη ή στη Νέα Ιωνία που επίσης ήταν προσφυγικές συνοικίες. Δείχνει τη σημασία που είχε ο ορεινός όγκος του Υμηττού, αλλά και η πυκνή δόμηση στην Καισαριανή, φωτίζει την ταξική αντίθεση ανάμεσα στις ανατολικές συνοικίες και το κέντρο της πόλης.
Οι περισσότεροι από εκείνους που πέρασαν στις γραμμές της ΕΠΟΝ και του ΕΑΜ «ποτέ τους δεν διάβασαν Μαρξ, ιδέα δεν είχαν για τραστ και για κραχ», όπως λέει το τραγούδι. Η αφετηρία της ένταξής τους δεν ήταν ιδεολογική, αλλά υπαγορεύτηκε από τριών ειδών εμπειρίες, σύμφωνα με τον Μ. Χ.: από τη συμμετοχή τους στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, από τη στρατιωτική κατοχή και το λιμό, ενώ η συλλογική δράση γέννησε έναν νέο πολιτικό και κοινωνικό πολιτισμό.
Η σχέση του ιδιωτικού χώρου με τον δημόσιο διαπερνά αρκετές σελίδες του βιβλίου. Στις προσφυγικές γειτονιές, η λέξη «ιδιωτικότητα» ήταν άγνωστη: «σχολείο» για τους εφήβους και τους νέους ήταν η κοινόχρηστη αυλή, ο δρόμος, ο αθλητικός σύλλογος και φυσικά ο χώρος εργασίας.
Το βιβλίο αυτό είναι «φιλικό προς τον αναγνώστη»,  διαβάζεται με ενδιαφέρον όχι μόνο λόγω συγκυρίας, αλλά και γιατί η έκδοση είναι καλαίσθητη και προσεγμένη. Αν και διδακτορική διατριβή, η Εμπειρία της Αντίστασης δεν έχει ούτε ίχνος ακαδημαϊκής ξεραϊλας και χρησιμοθηρίας. Ωστόσο, η στέρεη δομή, η συστηματική τεκμηρίωση και το πλήθος των γραπτών πηγών επιβεβαιώνουν ότι πρόκειται για επιστημονική εργασία αξιώσεων. Επιπλέον, ο συγγραφέας δεν επικαλείται κάποια συναισθηματική ουδετερότητα. «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια του» και συγκεκριμένα 30 αγωνιστών που στις προφορικές μαρτυρίες τους στηρίχτηκε ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν τότε έφηβοι και πολύ νέοι, μεσαία στελέχη της ΕΠΟΝ και του ΕΑΜ, και μίλησαν στο συγγραφέα έχοντας πια φτάσει στα βαθιά γεράματα. Η δημιουργική ενσωμάτωση των αφηγήσεών τους στη μελέτη είναι κάτι παραπάνω από στεγνή άσκηση στην «προφορική ιστορία» ή φόρος τιμής στους ήρωες.

(ΠΡΙΝ, 3.3.2014)

0 Responses to "Ένα βιβλίο για το χθες και για το σήμερα"

Δημοσίευση σχολίου