2:24 π.μ.
Η ταινία του Τζορτζ Κλούνεϊ Καληνύχτα
και καλή τύχη δεν πέρασε απαρατήρητη.
Συνεντεύξεις του σκηνοθέτη δημοσιεύτηκαν σε αρκετά έντυπα, ενώ αποσπάσματα της
ταινίας και συζήτηση για την ευθύνη των δημοσιογράφων και τη σχέση των ΜΜΕ με
την οικονομική και πολιτική εξουσία έγινε και στη «Θεματική βραδιά» της ΕΤ1 του
Στέλιου Κούλογλου.
Καταρχάς είναι
θετικό (αν και αναμενόμενο) το γεγονός ότι το ελληνικό κοινό έδειξε ζωηρό
ενδιαφέρον για μια ασπρόμαυρη ταινία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, χωρίς
καμία αισθηματική πινελιά, σκοπίμως γυρισμένη σε κλειστούς χώρους (στο στούντιο
και σε ένα μπαρ), μια ταινία χωρίς δράση, αλλά στηριγμένη κυρίως στο λόγο. Μια
πολιτική ταινία που η κατανόησή της απαιτεί μια στοιχειώδη γνώση της ιστορίας.
Ο κεντρικός
χαρακτήρας, ο παρουσιαστής του CBS Έντουαρντ
Μάροου, ήταν μια προσωπικότητα της αμερικανικής δημοσιογραφίας, εκπρόσωπος της
σχολής που τονίζει την ανάγκη της συστηματικής διερεύνησης και διασταύρωσης των
στοιχείων -και σωστά η ταινία τον προβάλλει με ένα θετικό φως. Ασφαλώς ο Μάροου
δεν ήταν ο μόνος που αντιστάθηκε στον μακαρθισμό, όμως ήταν ο πρώτος επώνυμος
δημοσιογράφος του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης που έδωσε δημόσια τη μάχη για
τις δημοκρατικές ελευθερίες –και αυτό παραδέχτηκε και ο Κλούνεϊ στις
συνεντεύξεις του.
Με δύο επισημάνσεις.
Πρώτον, η μονομαχία δεν διεξήχθη μόνο μεταξύ Μάροου και Μακάρθι. Συνοδοιπόροι
του δημοσιογράφου δεν ήταν μόνο οι χιλιάδες τηλεθεατές που τηλεφωνούσαν στο
κανάλι για να του εκφράσουν τη συμπαράστασή τους, ούτε μόνο τα εκατομμύρια
αμερικανοί αγωνιστές των δημοκρατικών ελευθεριών, αλλά και εκείνο το τμήμα της
κυρίαρχης τάξης που ήθελε να ξεμπερδεύει με εκείνη την ακραία έκφραση του αντικομμουνισμού
την οποία εκπροσωπούσε ο Μακάρθι, ο υπερσυντηρητικός γερουσιαστής και
πνευματικός πατέρας της διαβόητης Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών.
Σε αρκετές
περιπτώσεις ο δημόσιος διάλογος γύρω από την ταινία δίνει την εντύπωση ότι ο
μακαρθισμός ήταν κυρίως προϊόν ενός φανατικού ακροδεξιού και όχι γέννημα θρέμμα
μιας πολιτικής που οι ρίζες της ανάγονται στις αρχές του 20ού αιώνα. Ας
σημειωθεί ότι μετά την πτώση του Μακάρθι, η Επιτροπή δεν καταργήθηκε. Ο
ιστορικός Χάουαρντ Ζιν παρατηρεί: «Κανένας πρόεδρος, φιλελεύθερος ή
συντηρητικός, Ρεπουμπλικανός ή Δημοκράτης, δεν ζήτησε την κατάργηση της
Επιτροπής. Και το Ανώτατο Δικαστήριο, ακόμα και στην πιο φιλελεύθερη σύνθεσή
του, ποτέ δεν τη χαρακτήρισε αντισυνταγματική με την προφανή αιτία ότι ο
επίσημος στόχος της, δηλαδή η διερεύνηση των αντιαμερικανικών προπαγανδιστικών
δραστηριοτήτων, παραβιάζει την Πρώτη Τροποποίηση του Συντάγματος. Επομένως, η
Επιτροπή δεν ήταν απλώς δημιούργημα της παρανοϊκής Δεξιάς στην Αμερική, αλλά τη
στήριξαν φιλελεύθεροι και συντηρητικοί του δικομματικού συστήματος και στους
τρεις κλάδους της εξουσίας» (Passionate Declarations,
εκδ. Perennial,
σελ. 264).
Τηρουμένων των
αναλογιών, είναι σαν να υποστηρίζουμε ότι ο ναζισμός ήταν προϊόν του παρανοϊκού
Χίτλερ και όχι ενός ολόκληρου συστήματος. Ασφαλώς ο Μάροου εξέθεσε τον Μακάρθι
–σε μια εποχή που είχαν ωριμάσει ο συνθήκες για την ήττα του– όμως ο
αντικομμουνισμός παρέμεινε επίσημη ιδεολογία των ΗΠΑ σε όλη τη διάρκεια του
Ψυχρού Πολέμου.
Είναι αυτονόητο ότι
ο αν ο Κλούνεϊ γύριζε μια ταινία για τις μικρές και μεγάλες μάχες υπέρ των
ατομικών ελευθεριών που δίνουν σήμερα πολλοί δημοσιογράφοι στην Αμερική, θα τον
περίμεναν η περιθωριοποίηση και η κατακραυγή, αφού σήμερα οι συνθήκες για να
υψώσει κανείς τη φωνή του μέσα από τα κυρίαρχα ΜΜΕ είναι εξίσου ή και
περισσότερο δύσκολες από ό,τι στη δεκαετία του ΄50. Aσφαλώς το CBS
μπορεί να επικρίνει πλευρές της πολιτικής του Μπους, αφήνοντας όμως αλώβητο τον
ίδιο τον μπουσισμό.
(ΠΡΙΝ, 15/1/2006)
0 Responses to "Μακάρθι και μακαρθισμός (15/1/2006)"
Δημοσίευση σχολίου