8:14 π.μ.
Πασαρέλα για τραγουδάκια
φαστ-φουντ, καμωμένα με τις πιο αγοραίες προδιαγραφές του «ελαφρού» και
πασπαλισμένα με ολίγον έθνικ, είναι ο περιβόητος διαγωνισμός ευρωπαϊκού
τραγουδιού. Τα περισσότερα μουσικά κομμάτια που ακούσαμε το προηγούμενο
Σαββατόβραδο ήταν μιας χρήσεως, σουξεδάκια της μιας σεζόν.
Η Γιουροβίζιον δεν είναι
μόνο μια τονωτική ένεση στην ποπ μουσική βιομηχανία ή μια βιτρίνα της
πολιτισμικής ενοποίησης της Ευρώπης ή μια τηλεοπτική πλύση έγνεφαλου πανευρωπαϊκής
εμβέλειας. Τα τελευταία χρόνια, ιδίως για τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας,
η διάκριση παίρνει το χαρακτήρα του εθνικού στοιχήματος, μιας ευκαιρίας για την
αναγνώριση της τραγουδιστικής υπεροχής μιας φτωχής χώρας που γίνεται δεκτή στη
μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια.
Ο θεσμός ξεκίνησε με 7 χώρες
το 1956. Σήμερα συμμετέχουν 39 χώρες (σε δύο γύρους) και το 2006 οι
διαγωνιζόμενες χώρες θα είναι 44. Ελάχιστη σημασία δίνουν στη Γιουροβίζιον οι
χώρες που συγκροτούν τον ιστορικό, τον σκληρό πυρήνα του δυτικοευρωπαϊκού
πολιτισμού και δεν είναι συμπτωματικός ο φετινός βαθμολογικός καταποντισμός των
τεσσάρων μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών (Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία) που
κατέλαβαν τις τέσσερις τελευταίες θέσεις. Η Ουκρανία, που λόγω πορτοκαλί
επανάστασης ήταν φέτος το χαϊδεμένο παιδί της Δύσης, κατέλαβε με χίλια ζόρια
την πέμπτη θέση από το τέλος. Μάλιστα, συμμετείχε με ένα τραγούδι που ήταν το
πιο πολιτικοποιημένο (φιλοκυβερνητικό) ως προς τους στίχους, αλλά και δήθεν πιο
νεανικό και μοντέρνο ως προς τη μορφή, αντιγράφοντας, πιο κάλπικα και από τον
Μαζωνάκη, το αμερικανικό εμπορικό χιπ-χοπ.
Εδώ
και 50 χρόνια, με λιγοστές εξαιρέσεις, η Γιουροβίζιον ήταν μια λαμπερή χωματερή
του ευρωπαϊκού τραγουδιού. Μια πασαρέλα για τραγουδάκια φαστ-φουντ, καμωμένα με
τις πιο αγοραίες προδιαγραφές του «ελαφρού». Τα περισσότερα τραγούδια είναι
αξιοθρήνητοι κλώνοι μιας παγκοσμιοποιημένης ποπ μουσικής, ενίοτε και με κάποιο
«έθνικ» περιτύλιγμα. Η τεχνητή «οικουμενοποίηση» του ελάχιστου κοινού
παρονομαστή, του εύληπτου, του εύκολου, του φανταχτερού, του καταναλώσιμου.
Τραγούδια μιας χρήσεως, σουξεδάκια της μιας σεζόν. Το κέντρο βάρους του
διαγωνισμού έχει μετατοπιστεί στη διευρυμένη «νέα Ευρώπη» (οι νικητές των τριών
τελευταίων χρόνων ήταν η Λετονία, η Τουρκία, η Ουκρανία), ενώ η Βρετανία, η
μητρόπολη της ευρωπαϊκής μουσικής βιομηχανίας, επαναλαμβάνει τον γνωστό
αφορισμό της εποχής της αποικιοκρατίας: «bon pour l’orient» (καλό για την Ανατολή).
Λίγες μέρες πριν από τον
διαγωνισμό, το περιοδικό της αεροπορικής εταιρείας Easy Jet έγραφαε για τα 3-4
πιο κιτς τραγούδια που θα συμμετείχαν στη Γιουροβίζιον, ανάμεσα στα οποία
βρισκόταν και το ελληνικό, και αντιπαρέθετε δύο φωτογραφίες: η μια της κυρίας
Παπαρίζου και η δεύτερη της ισραηλινής τρανσέξουαλ Ντάνα Ιντερνάσιοναλ,
νικήτριας ενός παλαιότερου διαγωνισμού. Κάπως κακεντρεχής ο παραλληλισμός,
αφού, κατά γενική ομολογία, η Έλενα Παπαρίζου έχει και θηλυκότητα και χάρη –και
ας την παρομοίωσαν με θηλυκό Μεγαλέξανδρο».
Το πιο κραυγαλέο
χαρακτηριστικό της φετινής Γιουροβίζιον ήταν η καταθλιπτική ομοιομορφία των
χοροπηδηχτών ασμάτων της. Το κοινό σημείο δεν ήταν μόνο ο αγγλικός στίχος, αλλά
και το μονότονο μπιτ και το επιφανειακό πασπάλισμα με εθνικά καρυκεύματα. Εμείς
διαλέξαμε το σύντομο πέρασμα της λύρας, που από νησιώτικη («σούστα ριθμ εντ μπλουζ»
είχε χαρακτηρίσει το τραγούδι ο συνθέτης του) έγινε ποντιακή. Μια ροδομάγουλη
γιαγιά με παραδοσιακή φορεσιά που χτυπούσε ένα ταμπούρλο έβγαλαν οι Μολδαβοί,
χορεύτριες χανουμάκια παρουσίασαν οι Τούρκοι –όλα αυτά ακολουθώντας τη γραμμή
«η Ανατολή συναντά τη Δύση», όπως ειρωνικά έγραψε ο Guardian. Ακόμα και οι
ενδυματολογικές επιλογές ήταν παρόμοιες, αν και φέτος υπήρχαν λιγότερα πέτσινα
στιλ Ρουσλάνα και περισσότερα αβυσσαλέα ντεκολτές. Από τον Ατλαντικό μέχρι τα
Ουράλια, λοιπόν, κυρίαρχησε η ίδια μουσική γεύση που ξεχνιέται αμέσως μετά την
απομάκρυνση των αυτιών μας από τα ηχεία.
Παρόλο που στη συνδιάσκεψη των χωρών της ΕΕ για τον πολιτισμό, που έγινε
στις αρχές Μαΐου στο Παρίσι, τονίστηκε για άλλη μια φορά η ανάγκη της ανάδειξης
της ιδαίτερης πολιτιστικής φυσιογνωμίας κάθε χώρας, στη Γιουροβίζιον η
ιδιαιτερότητα εκφράστηκε με εξωτερικά διακοσμητικά στοιχεία και κυρίαρχησαν η
ομοιογένεια, η σύγκλιση προς ένα μοντέρλο χορευτικού “ξεσαλωτικού” τραγουδιού
που μπορεί να ακουστεί από τις ντισκοτέκ της Ίμπιζα μέχρι το περιβόητο Φαληράκι
της Ρόδου. Στη συνδιάσκεψη του Παρισιού επισημάνθηκε ότι φέτος ο προϋπολογισμός
για τον πολιτισμό δέχτηκε περικοπές σε 14 από τις 25 χώρες της ΕΕ. Οι περικοπές
αυτές είναι πιο δραματικές στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, που τώρα δίνουν
για τον πολιτισμό πολύ λιγότερα από ό,τι έδιναν επί υπαρκτού σοσιαλισμού. Ένας
σλοβάκος θεατρικός συγγραφέας είπε χαρακτηριστικά: «Πέρυσι στη χώρα μου γυρίστηκαν 10 ριάλιτι σόου και
μία κινηματογραφική ταινία». Ωστόσο, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, παρά τους
χαμηλούς οικονομικούς δείκτες, παρά την αιμορραγία της μετανάστευσης, παρά την
κοινωνική εξαθλίωση (π.χ., η Ρωσία κατέχει την πρωτιά στο aids), τα «δίνουν
όλα» για μια θέση στον γιουροβιζιονικό ήλιο.
Είναι αυτονόητο πως, όταν
συμμετέχει κάποιος σε έναν διαγωνισμό, πρέπει να τα δίνει όλα. Από το να κάνεις
κάτι με μισή καρδιά, καλύτερα να μην το κάνεις καθόλου (όπως δεν το κάνει εδώ
και χρόνια η Ιταλία). Όμως άλλο πράγμα η μεθοδική προετοιμασία και άλλο να
συγκρίνουμε τη Γιουροβίζιον ακόμα και το περυσινό Γιούρο και να θεωρούμε
«εθνικό στόχο» τη διεκδίκηση της πρωτιάς. Στη Λισαβόνα ο Δαβίδ νίκησε τον
Γολιάθ, όμως στο Κίεβο 24 τρισάθλιοι Δαβίδ φούσκωναν σαν παγόνια φιλοδοξώντας
να γίνουν Γολιάθ.
Οι αντιδράσεις γύρω από το
διαγωνισμό της Γιουροβίζιον έθεσαν, έστω και με υστερικό τρόπο, σημαντικά
ζητήματα που αφορούν το νόημα της πρωτιάς, τη σχέση εθνικού-διεθνικού, το
(τεχνητό) δίπολο μαζική και υψηλή τέχνη, τον λαϊκό πολιτισμό, το ρόλο των ΜΜΕ
στη διαμόρφωση του λαϊκού γούστου. Μόνο που τα ζητήματα αυτά, στις περισσότερες
περιπτώσεις, τέθηκαν με υστερικούς, εθνικιστικούς έως και ποδοσφαιρικούς όρους
(η ομάδα, ο προπονητής, ο χορηγός, ο πρόεδρος, οι οπαδοί). Όποιος δεν είναι
«φαν» του θεσμού, όποιος δεν ξετρελαίνεται με την ελληνική ποπ, όποιος δεν
πανηγυρίζει για τη νίκη, αυτόματα χαρακτηρίζεται «μίζερος» και «κουλτουριάρης»,
αλλά και εχθρός της Παπαρίζου! Η εφημερίδα Εspresso έγραφε για τους «7 εχθρούς της Έλενας», ενώ ενημερωτική εκπομπή του
Alpha είχε τίτλο «Ποιοι χτυπούν την Παπαρίζου». Στις μεσημβρινές
κουτσομπολίστικες εκπομπές, οι πολέμιοι της Παπαρίζου μαστιγώνονται αμείλικτα,
σαν να ήταν η πέμπτη φάλαγγα του εχθρού.
Γι’ αυτό και πριν από
οποιαδήποτε απόπειρα κριτικής, πρέπει να προηγηθεί η δήλωση ποπ εθνικοφροσύνης,
πρέπει να πούμε το αυτονόητο, ότι δηλαδή δεν έχουμε προηγούμενα με την κυρία
Παπαρίζου, ότι είναι μια χαρά κοπέλα και ότι δεν θέλουμε το κακό της πατρίδας!
Κυρίως η διάκριση στη
Γιουροβίζιον προκάλεσε την αναβίωση του ψευδοδιλήμματος «υψηλή και πένθιμη
τέχνη για λίγους» ή «χαρούμενη τέχνη για τους πολλούς». Ο λαός, μας λένε,
αγκάλιασε το «My Νumber Οne» και μόνό οι “κουλτουριάρηδες” ξίνισαν τα μούτρα τους.
Όμως το τραγούδι αυτό, όπως και όλα τα σουξέ αυτού του είδους, επιβλήθηκε στο
λαό, αφού ακούγεται δεκάδες φορές την ημέρα και κυρίως από τα κρατικά κανάλια.
Η ελληνική ποπ χρειαζόταν νέο αίμα. Οι κυρίες Βίσση και Βανδή δεν βρίσκονται στην πρώτη
νεότητα, η Καλομοίρα δεν έχει τα απαιτούμενα φωνητικά προσόνα, ο Σάκης Ρουβάς
έχει προ πολλού τριανταρίσει, ο Γ. Τσαλίκης δεν συνεπαίρνει τα πλήθη –επομένως,
ακόμα και αν δεν υπήρχε η Ελ. Παπαρίζου, θα έπρεπε να την επινοήσουμε.
Νέα, καλογυμνασμένη, δυναμική, όμορφη, ευσυνείδητη επαγγελματίας, έχει
όλα τα προσόντα για να μεσουρανήσει για μερικά τέρμινα.
Ως μουσικό είδος, η ελληνική ποπ είναι το ίδιο καθυστερημένη με τα
σκανδιναβικά τσάμικα ή τα αφρικανικά βαλσάκια (αν υποτεθεί ότι υπάρχουν τέτοιες
εθνικές παραλλαγές). Δεν έχουμε την παράδοση της Βρετανίας ή των ΗΠΑ, και
αναγκαστικά πιθηκίζουμε ένα εισαγόμενο μοντέλο. Η ελληνική ποπ είναι η σύγχρονη
εκδοχή του μεταπολεμικού ελαφρού τραγουδιού, με τη διαφορά ότι το τραγούδι
εκείνο το υπηρέτησαν κορυφαίες προσωπικότητες της μουσικής, όπως ο Σουγιούλ και
ο Μουζάκης, που οικοδόμησαν μια ισχυρή παράδοση. Η ελληνική ποπ είναι το
χαζοχαρούμενο “καταναλωτικό” τραγούδι, το απολίτικο και το αφασικό, που
συνδυάζεται με μια επικερδή και ομογενοποιημένη μορφή ψυχαγωγίας. Και δεν είναι
τυχαίο που η ελληνική αφρο-πόπ (εκ του “αφρού” και όχι του “αφρικανικού”)
άνθισε στην εποχή της χούντας, όταν το πολιτικό τραγούδι ήταν υπό διωγμό.
2. Προβολή αντιδραστικών
ιδεολογημάτων
Δαπανηρότατη ήταν η
επιχείρηση στήριξης της Παπαρίζου από την κυβέρνηση
Νικήσαμε στη Γιουροβίζιον;
Το ερώτημα είναι «τίνος» είναι αυτή η νίκη, αυτή η επιτυχία. Του λαού, της
κυβέρνησης, του ελληνικού τραγουδιού, του ευρωπαϊκού πολιτισμού, της κινητής
τηλεφωνίας;
Aσφαλώς είναι νίκη των καλλιτεχνικών συντελεστών και των οργανωτών της
ελληνικής συμμετοχής, κυρίως της ΕΡΤ για το επιτυχές “προμόσιον” του προϊόντος
και για απτά οφέλη που απεκόμισε (τηλεθέαση, διαφημίσεις, άνοιγμα σε ένα πολύ
ευρύ κοινό). Ωστόσο, είναι και επιτυχία της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, με
την έννοια ότι για πρώτη φορά εδώ και 30 χρόνια δύο υπουργεία ανέλαβαν ενεργό
ρόλο για την εξασφάλιση της πρωτιάς. Το υπουργείο Τουρισμού χρηματοδοότησε την
περιοδεία-μαμούθ της Έλενας Παπαρίζου στο εξωτερικό, ενώ το υπουργείο
Εξωτερικών καθοδήγησε τις πρεσβείες και τα προξενεία μας υπέρ του Number One
αγώνα, ώστε οι Έλληνες του εξωτερικού να στείλουν “θετική ενέργεια”, δηλαδή να
ψηφίσουν με SMS. Όμως κανένα από τα δύο αυτά υπουργεία δεν θα έπαιρνε αυτές τις
δαπανηρές πρωτοβουλίες αν δεν είχε άνωθεν δοθεί το πράσινο φως.
H Γιουροβίζιον έγινε εθνικός στόχος, έγινε ευρω-όραμα, μολονότι ο Κώστας
Καραμανλής φάνηκε αρκετά ευφυής ώστε να μην παίξει το ρόλο του άμεσου σπόνσορα
και να ταυτιστεί προσωπικά με το εγχείρημα. Πρέπει να υποθέσουμε ότι από εδώ κι
εμπρός και άλλα υπουργεία θα έχουν λόγο στο νέο εθνικό στοίχημα, τη
Γιουροβίζιον της Αθήνας του 2006, όπως το ΥΠΕΧΩΔΕ, το υπουργείο Ανάπτυξης, το
υπουργείο Δημόσιος Τάξης κ.ά. Έτσι, ένα άτυπο μίνι υπουργικό συμβούλιο θα
συνεδριάζει τακτικά, ώστε να προωθηθούν τα γιουροβιζιονικά οράματα του έθνους.
Κραυγαλέα ανόητος, μεταφυσικός έως και εθνικιστικά αυτάρεσκος είναι ο
τρόπος με τον οποίο κάποιοι εκμεταλλεύονται την ελληνική νίκη για να επιβάλουν
αντιδραστικά ιδεολογήματα. Π.χ., “νικήσαμε επειδή πιστέψαμε στον εαυτό μας”. Η
έλλειψη αυτοπεποίθησης φαίνεται ότι ήταν η αχίλλειος πτέρνα των προηγούμενων
συμμετοχών, όπως του “S.A.G.A.P.O” του Ρακιντζή ή του “Shake Ιt” του Σ. Ρουβά.
Η πίστη σώζει. Πίστη στο πεπρωμένο της φυλής, αλλά και πίστη στην ορθοδοξία.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι πολλοί επισήμαναν πως η νίκη συντελέστηκε στις
21 Μαΐου, Κωνσταντίνου και Ελένης. Ο Μέγας Κωνσταντίνος ίδρυσε την Ανατολική
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και, ύστερα από εκατοντάδες χρόνια, ένας Κώστας ιδρύει
–σεμνά και ταπεινά και χωρίς έξαλλες τυμπανοκρουσίες- την ελληνική πολιτιστική
αυτοκρατορία, αρχής γενομένης με το “My Number One”.
3. Νίκη της πατρίδας και της ορθοδοξίας!
Ο Θεός είναι ποπ;
Για δεύτερη φορά μέσα σ’ ένα χρόνο ο πολιτισμός έγινε πρωτοσέλιδο! Η
πρώτη φορά με την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων, όταν σχεδόν όλοι
υμνούσαν εκείνη την “επίθεση ποιότητας” που συντελέστηκε στο ΟΑΚΑ. Τώρα
αφήνουμε την ποιότητα κατά μέρος και υμνούμε την Ελλάδα που ξέρει να κερδίζει
και να γίνεται Number One, την Ελλάδα που με την τσαχπινιά και τη χάρη της
κατακτά, αν όχι όλο τον κόσμο, τουλάχιστον όλη την Ευρώπη. Και αν όχι τη
“γηραιά ζώνη” της Ευρώπης στο σύνολό της, τουλάχιστον τις χώρες της Βαλκανικής.
“Αθήνιζε” πέρυσι τον Αύγουστο, “παπάριζε” φέτος τον Μάιο.
Δεν νίκησε μόνο το τραγούδι του Χρήστου Δάντη και της Ναταλίας Γερμανού
και η ωραία παρουσία της Έλενας Παπαρίζου, μας λένε. Νίκησε η Ελλάδα που
πίστεψε στον εαυτό της και εργάστηκε συντονισμένα. Αν πιστέψει κανείς στη νίκη,
την έχει στο τσεπάκι του. Και αν
έχει αμφιβολίες, βλέπει στο όνειρό του την Αγία Ελένη να βρίσκει το Τίμιο Ξύλο
στα Ιεροσόλυμα ή να πηγαίνει την ελληνική σημαία στην εκκλησία για να του “τη
διαβάσουν”. Εννοείται πως προηγουμένως έχει πάρει την ευλογία του πατριάρχη
Κωνσταντινουπόλεως. Γιατί η νίκη του “Μy Number One” είναι νίκη της ορθοδοξίας,
της πατρίδας και της οικογένειας. Προφανώς ο Θεός των ορθοδόξων είναι ποπ (γι’
αυτό καθολικές χώρες όπως η
Πολωνία και η Ισπανία πάτωσαν, ενώ η Πορτογαλία δεν προκρίθηκε). Βέβαια,
και ο Αλλάχ είναι ποπ, έστω ποπ οριεντάλ, αφού πρόπερσι νίκησε η τουρκάλα
Σερτάμπ, με αγγλικό στίχο και αυτή.
Ο Θεός, λοιπόν, είναι ποπ και μάλιστα “γιουροβιζιονίστας”. (Ένα παλιό
ελληνικό τραγούδι έλεγε “και το ξέρει η ανθρωπότης πως κι ο Θεός είναι
Πλακιώτης”.) Μόνο που φέτος ο Θεός των ορθόδοξων χριστιανών χαμογέλασε προς τη
μεριά της Μεσογείου και γύρισε την πλάτη στη Ρωσία του Πούτιν, παρόλο που το
βιντεοκλίπ που προβλήθηκε πριν από την έναρξη του ρωσικού τραγουδιού ήταν
γεμάτο εκκλησίες και εξαπτέρυγα…
Η Ελλάδα πήρε το ευρωπαϊκό νταμπλ: στο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου πέρυσι στη
Λισαβόνα και στο πρωτάθλημα τραγουδιού φέτος στο Κίεβο. Και αν διακριθούμε και
στα επικείμενα καλλιστεία για τη “Μις Υφήλιο”, θα μπορούμε να τραγουδάμε
θριαμβευτικά “Οι ωραίοι έχουν χρέη”, βγάζοντας τη γλώσσα στις άχαρες
στατιστικές και στις κακόβουλες εκθέσεις του ΟΟΣΑ, που προβλέπουν διψήφιο
ποσοστό ανεργίας για το 2006.
4. Αρχοντοχωριατισμός. Κρίση του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού
“Συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί”,
τραγουδά ο Δημήτρης Μητροπάνος. Όμως στην περίπτωση της Γιουροβίζιον, τα
μηχανάκια αινούν “δόξαν Κυρίου”: περίπου 94% έφτασε η τηλεθέαση τη στιγμή της
βράβευσης της Ελ. Παπαρίζου από τον πρόεδρο της Ουκρανίας, Βίκτορ Γουσένκο.
Άριστα 12 μάς έδωσαν, πλην από τις τέσσερις χώρες του σκληρού δυτικού πυρήνα
(Αγγλία, Σουηδία, Βέλγιο, Γερμανία, και αρκετές χώρες της ευρωπαϊκής
περιφέρειας (Αλβανία, Βουλγαρία, Τουρκία, Κύπρος, Ουγγαρία). Ωστόσο, εδεν
πρέπει να ξεχνάμε ότι στις τέσσερις αυτές χώρες της Δυτικής Ευρώπης υπάρχει
ισχυρή ελληνική παροικία: χιλιάδες έλληνες φοιτητές στη Βρετανία, χιλιάδες
έλληνες μετανάσατες στις άλλες τρεις.
Το γεγονός ότι οι έλληνες τηλεθεατές έδωσαν τον δεύτερο καλύτερο βαθμό
τους (το δεκάρι) στην Αλβανία δεν οφείλεται στην ακτινοβολία του αλβανικού
πολιτισμού και στην αμερόληπτη, δίχως ρατσιστικές σκιές κρίση του ελληνικού
κοινού, αλλά στην κινητοποίηση των εν Ελλάδαι αλβανών οικονομικών προσφύγων.
Αντίστοιχα, το ελληνικό δωδεκάρι προς την Κύπρος δεν οφείλεται στην ποιότητα
του κυπριακού τραγουδιού (που ήταν από τα χειρότερα του διαγωνισμού), αλλά στα
αδελφικά μας αισθήματα προς τον κυπριακό λαό.
Πάμπολλα
είναι τα παραδείγματα της γεωγραφικά ελεγχόμενης και προβλέψιμης ψήφου και της
εφαρμογής της αρχής της ανταποδοτικότητας (π.χ., μεταξύ των σκανδιναβικών χωρών
ή των χωρών της Βαλτικής). Μάλιστα, ο Guardian της περασμένης Δευτέρας έκανε την τολμηρή πρόταση να γίνεται διαγωνισμός
χωρίς τραγούδια, αφού έτσι κι αλλιώς όλα μοιάζουν, και να ψηφίζουν
κατευθείαν η μια χώρα τις άλλες, ώστε να μη δαπανώνται άδικα τα χρήματα των
φορολογούμενων πολιτών.
Υπολογίζεται ότι πάνω από 42 εκατ. Ευρωπαίοι παρακολούθησαν τον τρίωρο
τελικό της Γιουροβίζον (200 εκατ. τηλεθεατές σε όλο τον κόσμο). Πρώτοι στην
τηλεθέαση οι Κύπριοι (τηλεμερίδιο 83,8%), δεύτεροι οι Έλληνες (82,3%). Υψηλή
τηλεθέαση παρατηρήθηκε στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού, π.χ., στην
Κροατία (70,9%), στη Σλοβενία (56,1%), στη Σερβία (51,1%), στη Ρουμανία
(44,1%), στην Ουγγαρία (27,7%), αλλά και στην Τουρκία (25%). Από τις δυτικές
χώρες, η τηλεθέαση ήταν σχετικά υψηλή μόνο στη Μεγάλη Βρετανία και στην
Ιρλανδία (η οποία για πρώτη φορά στα χρονικά αποκλείστηκε φέτος από τον τελικό).
Το ενδιαφέρον του ελληνικού κοινού για τον διαγωνισμό τραγουδιού της
Γιουροβίζιον εκτινάχτηκε στα ύψη την τελευταία πενταετία. Από 9,8% που ήταν το
2000, σύμφωνα με τις μετρήσεις της ΑGB, ανέβηκε στο 75,5% πέρυσι και στο 82,3%
φέτος. Να υποθέσουμε ότι μέσα σ’ αυτά τα πέντε χρόνια οι Έλληνες έγιναν πιο
αλέγροι, ότι έμαθαν να εκτιμούν τη χαρά της ζωής ή ότι η ποιότητα των ελληνικών
συμμετοχών βελτιώθηκε εντυπωσιακά; Το ενδιαφέρον για τη Γιουροβίζιον μαρτυρά
τόσο την ενισχυμένη επιρροή της τηλεόραση, όσο και την κρίση του ελληνικού
τραγουδιού.
Ένα πανηγυράκι είναι η Γιουροβίζιον, λένε ξανά και ξανά οι υγιείς
εθνικές φωνές. Μην το παίρνετε τόσο στα σοβαρά, μη συγκρίνετε τον Ελύτη με τον
Δάντη! Ναι, είναι ένα πανηγύρι, όχι όμως πηγαίο, λαϊκό και αυθόρμητο. Είναι το
πανηγύρι του αρχοντοχωριατισμού και της ξιπασιάς, της δισκογραφικής
βιομηχανίας, των μάνατζερ των διευθυντών και των διευθυνόμενων.
Εξακόσια δολάρια τη βραδιά στοίχιζε το δωμάτιο στο ξενοδοχείο όπου κατέλυσαν πολλές ξένες αποστολές, 120 δολάρια κόστιζε το εισιτήριο στο πάρτι της Ρουσλάνας –σε μια χώρα όπου το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι λιγότερο από 800 δολάρια το έτος (στοιχεία του 2003).

0 Responses to "01. Η λαμπερή χωματερή της Eurovision"
Δημοσίευση σχολίου