«Χίλιες αλήθειες για τον Στάλιν δε ζυγίζουν όσο μία για μας τους ίδιους».
 Αυτή η φράση από το βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου Ο βασιλιάς που πέθανε (εκδ. Πολύτυπο) συμπυκνώνει τη στάση του συγγραφέα απέναντι στο φαινόμενο του σταλινισμού.
            Φυσικά, για την προσέγγιση της ιστορικής αλήθειας δεν αρκεί η καλή πρόθεση. Το φαινόμενο δεν ξορκίζεται με την απλή καταδίκη του: «Όπως τότε που ήταν ζωντανός, η πληθωρική χρήση του ονόματός του έκανε τους ανθρώπους να παύουν να σκέπτονται, έτσι και τώρα με το να φορτώνονται όλα στον Στάλιν κλείνει ο δρόμος σε μια έρευνα ουσιαστικότερη και με τον τρόπο αυτόν γίνεται πολύ δύσκολο να δώσει η ιστορία διδάγματα», γράφει χαρακτηριστικά ο Μ.Α.
            Το βιβλίο αυτό δεν είναι μονογραφία ούτε «βιογραφική μυθιστορία» (ένα είδος στο οποίο έχει θητεύσει με επιτυχία ο Μ. Αλεξανδρόπουλος). Εξάλλου, ο ίδιος ο συγγραφέαςδιευκρινίζει ότι «δεν κάνει ιστορία» και ούτε επιχειρεί να καταγράψει με αφηγηματική πληρότητα τα γεγονότα.
            Ο Μ.Α. εξετάζει ορισμένες πτυχές της σοβιετικής πραγματικότητας, υποστηρίζοντας ότι «η κριτική του σταλινισμού θα αποβεί πιο αποδοτική, αν μπορέσει να προβληματίσει τη σημερινή σκέψη με τι τρόπο μέσα από την επανάσταση αναδείχτηκε ένα φαινόμενο σαν αυτό. Η σχέση του Στάλιν και του σταλινισμού δεν είναι μονόδρομος...»
            Ως γνωστό, ο Μ.Α. έζησε αρκετά χρόνια ως πολιτικός πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση και, επομένως, γνωρίζει από πρώτο χέρι το θέμα του. Αναφερόμενος στην προσωπική του στάση στον καιρό της προσωπολατρίας, γράφει μεταξύ των άλλων: «Είχαμε και άγνοια... αλλά κυρίως δεν είχαμε τη θέληση ν’ ακούσουμε ό,τι μας χάλαγε τη μουσική, που τόσο, άλλο τη χρειαζόμαστε στις δικές μας δοκιμασίες... ο Στάλιν ήξερε μόνο τις τέσσερις πράξεις της αριθμητικής, αλλά πρέπει να ομολογήσουμε ότι τις ήξερε καλά. Καλύτερα από τους άλλους. Με αυτό μάγευε σε μια εποχή που τα πάντα είχαν αναποδογυρίσει, οι ώρες σκοτεινιάσει και το τοπίο, οι δρόμοι ήταν εντελώς άγνωστοι».
            Ο βασιλιάς που πέθανε προσφέρει στον αναγνώστη τη δυνατότητα (και την απόλαυση) της διαφωνίας. Ο συγγραφέας του δεν έχει την υπεροψία της κατοχής της απόλυτης αλήθειας. Ίσως να υπεραπλουστεύει όταν σε ορισμένα σημεία ερμηνεύει τη βιαιότητα και τον καταναγκασμό της σταλινικής περιόδου με την «έλλειψη καλλιέργειας» του Στάλιν. Ίσως να εναποθέτει υπερβολικές ελπίδες στη διαδικασία της περεστρόικα «από τα κάτω». Ίσως να μη δίνει το ανάλογο βάρος σε ορισμένες κρίσιμες, κατά τη γνώμη μας, πλευρές του σοβιετικού σοσιαλισμού (π.χ., στον εκμεταλλευτικό, από οικονομική και ταξική άποψη, χαρακτήρα του). Ωστόσο, αυτές οι διαφορές μας δεν σημαίνουν ότι το βιβλίο δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον και μάλιστα σε μια εποχή όπου αφθονούν οι επιθετικοί προσδιορισμοί και απουσιάζουν τα επιχειρήματα...
            Ως προς την έκδοση, πιστεύουμε ότι θα βοηθούσε η προσθήκη ενός ευρετήριου κύριων ονομάτων και η τιτλοφόρηση των κεφαλαίων.
            Τελειώνοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης δεν θα μείνει με την αίσθηση ότι τώρα γνωρίζει καλύτερα το τι σήμαινε ο Στάλιν για τη Σοβιετική Ένωση και τον κόσμο γενικότερα. Εντούτοις, θα είναι σε θέση να μελετήσει με νηφαλιότητα τα γεγονότα, παρακάμπτοντας την παγίδα των εύκολων αφορισμών. Ειδάλλως, «ολοζώντανος θα είναι ο Στάλιν όσο θα παραμένει μπρούτος και κραυγαλέος ο αντισταλινισμός», προειδοποιεί ο Μ. Αλεξανδρόπουλος.

(ΠΡΙΝ, 29 Απριλίου 1990)

0 Responses to "Μ. Αλεξανδρόπουλος, «Ο βασιλιάς που πέθανε»"

Δημοσίευση σχολίου